Η Σιωπηλή Γυναίκα: Μια Καταιγίδα πίσω από την Κουρτίνα της Φάρσας
Η πρεμιέρα της όπερας Die schweigsame Frau (Η Σιωπηλή Γυναίκα) στη Δρέσδη, στις 24 Ιουνίου 1935, δεν ήταν απλώς η παρουσίαση ενός νέου έργου του Richard Strauss. Ήταν η στιγμή που η καλλιτεχνική διαδρομή του σημαντικότερου εν ζωή Γερμανού συνθέτη προσέκρουσε με πάταγο πάνω στον τοίχο της ιστορικής πραγματικότητας του Τρίτου Ράιχ. Αν αναζητήσει κανείς το σημείο μηδέν της οριστικής ρήξης του Richard Strauss με το ναζιστικό καθεστώς, θα το βρει στις σελίδες αυτής της παρτιτούρας και, κυρίως, στο όνομα που αναγραφόταν στο εξώφυλλο του λιμπρέτου: Stefan Zweig.
Το Χρονικό μιας Απαγορευμένης Συνεργασίας
Μετά τον θάνατο του Hugo von Hofmannsthal το 1929, ο Richard Strauss βρισκόταν σε μια διαρκή αναζήτηση για έναν πνευματικό συνοδοιπόρο που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τη μουσική του με κείμενα αντάξια των απαιτήσεών του. Η συνάντηση με τον Stefan Zweig το 1931 φάνταζε ως η ιδανική λύση. Ο Zweig, ένας από τους πλέον μεταφρασμένους και αναγνωρίσιμους Ευρωπαίους διανοούμενους, πρότεινε στον Richard Strauss μια διασκευή της κωμωδίας Epicoene, or The Silent Woman του Ben Jonson.
Ωστόσο, η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 άλλαξε τα πάντα. Ο Zweig ήταν Εβραίος. Για το καθεστώς, η συνεργασία του «εθνικού συνθέτη» με έναν Εβραίο συγγραφέα αποτελούσε πρόκληση και ιδεολογικό παράπτωμα. Ο Richard Strauss, ωστόσο, επέδειξε ένα παροιμιώδη πείσμα, το οποίο συχνά ερμηνεύεται είτε ως πολιτική αφέλεια είτε ως απόλυτη προσήλωση στην τέχνη του που υποτιμούσε τον κίνδυνο.
Η Μάχη για το Όνομα του Stefan Zweig
Η αλληλογραφία μεταξύ Richard Strauss και Zweig κατά τη διάρκεια της σύνθεσης αποκαλύπτει την ένταση της εποχής. Ο Strauss αρνήθηκε κατηγορηματικά να αντικαταστήσει τον Zweig, παρά τις πιέσεις των αξιωματούχων. Η κατάσταση κλιμακώθηκε λίγο πριν την πρεμιέρα στη Δρέσδη. Ο συνθέτης απαίτησε το όνομα του Zweig να εμφανιστεί κανονικά στο πρόγραμμα και τις αφίσες της παράστασης.
Όταν οι τοπικές αρχές προσπάθησαν να το απαλείψουν, ο Strauss απείλησε με αποχή. Τελικά, η επιθυμία του εισακούστηκε, αλλά το τίμημα ήταν βαρύ. Ο Χίτλερ και ο Γκέμπελς, που αρχικά είχαν προγραμματίσει να παρευρεθούν, ακύρωσαν την παρουσία τους. Η Όπερα σημείωσε μεγάλη επιτυχία, αλλά μετά από μόλις τρεις παραστάσεις, το έργο απαγορεύτηκε σε όλη τη Γερμανία.
Η Επιστολή που Έκρινε τη Μοίρα του Richard Strauss
Η χαριστική βολή ήρθε μέσω μιας επιστολής που ο Richard Strauss έστειλε στον Zweig, η οποία υποκλάπηκε από την Γκεστάπο. Σε αυτήν, ο συνθέτης έγραφε με αφοπλιστική ειλικρίνεια:
«Πιστεύετε ότι καθοδηγούμαι σε κάθε μου πράξη από τη σκέψη ότι είμαι “Γερμανός”; Νομίζετε ότι ο Μότσαρτ ήταν συνειδητά “Άριος” όταν συνέθετε; Για μένα υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων: εκείνοι που έχουν ταλέντο και εκείνοι που δεν έχουν».
Αυτή η δήλωση οδήγησε στην άμεση καθαίρεση του Strauss από τη θέση του προέδρου του Μουσικού Επιμελητηρίου του Ράιχ (Reichsmusikkammer). Η Όπερα Σιωπηλή Γυναίκα έγινε έτσι το έργο που αποκάλυψε το χάσμα ανάμεσα στην κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Ευρώπης που έδυε και τον ολοκληρωτισμό που αναδυόταν.
Από τον Ben Jonson στον Richard Strauss
Αν και το έργο βασίζεται στον Ben Jonson, η δομή του Zweig εισάγει στοιχεία που διαφοροποιούν την όπερα από την κλασική φάρσα. Ο κεντρικός ήρωας, ο Sir Morosus, ένας ηλικιωμένος απόμαχος του ναυτικού που δεν αντέχει τον θόρυβο, δεν αντιμετωπίζεται με τη σκληρότητα που συναντάμε στον Jonson ή στον Donizetti (στο παραπλήσιο θέμα του Don Pasquale).
Η ιστορική σημασία της διασκευής έγκειται στη μεταφορά της δράσης σε ένα περιβάλλον που τιμά το θέατρο μέσα στο θέατρο. Ο Zweig εισήγαγε έναν θίασο ηθοποιών, δίνοντας στον Richard Strauss την ευκαιρία να ενσωματώσει ιστορικά μουσικά στυλ, από το ιταλικό μπελ κάντο μέχρι τις δικές του αναφορές στον Ιππότη με το Ρόδο.
Η Όπερα (η Σιωπηλή Γυναίκα) και η μεταπολεμική της πορεία
Η απαγόρευση του 1935 στέρησε από το έργο την ευκαιρία να καθιερωθεί στο ρεπερτόριο την εποχή που η δημοτικότητα του Richard Strauss βρισκόταν στο ζενίθ. Μετά τον πόλεμο, η Σιωπηλή Γυναίκα άργησε να βρει τη θέση της. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν το έργο ως ελαφρύ, μια προσπάθεια επιστροφής στην κωμωδία που δεν είχε τη βαρύτητα των προηγούμενων επιτυχιών του.
Ωστόσο, η ιστορική έρευνα των τελευταίων δεκαετιών ανέδειξε την αξία του ως ένα τεκμήριο καλλιτεχνικής αντίστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι η επιστροφή του έργου στις μεγάλες σκηνές (όπως στο Ζάλτσμπουργκ το 1959 υπό τον Karl Böhm) συνοδεύτηκε από μια επανεκτίμηση της συνεργασίας Strauss-Zweig. Το έργο πλέον λογίζεται ως η τελευταία μεγάλη αναλαμπή της ουμανιστικής ευρωπαϊκής παράδοσης πριν το σκοτάδι του πολέμου.
Στην πρεμιέρα του 1935, τον ρόλο του Morosus ερμήνευσε ο Friedrich Plaschke, ενώ τη διεύθυνση ορχήστρας είχε ο Karl Böhm, ο οποίος παρέμεινε πιστός υποστηρικτής του έργου σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Η σκηνογραφία της εποχής προσπάθησε να αποδώσει την ατμόσφαιρα του Λονδίνου του 18ου αιώνα, αλλά η σκιά της πολιτικής λογοκρισίας κάλυπτε κάθε καλλιτεχνική επιλογή.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Strauss, παρά την απαγόρευση, συνέχισε να θεωρεί τη Σιωπηλή Γυναίκα ως ένα από τα πιο άρτια έργα του. Σε γράμμα του προς τον γιο του, σημείωνε ότι η οικονομία της δομής και η καθαρότητα της γραφής του Zweig του επέτρεψαν να δημιουργήσει κάτι που ξεπερνούσε τα όρια της εποχής του.





















