20ός Αιώνας: Σύγχρονη Κλασική Μουσική & Τέχνες

Αρχική / Διανοητική Σονάτα / Βερολίνο 1905-1920: Η Πόλη των Σκιών και του Εξπρεσιονισμού

Βερολίνο 1905-1920: Η Πόλη των Σκιών και του Εξπρεσιονισμού

Πίνακας ζωγραφικής του Karl Schmidt-Rottluff

Ενώ η Βιέννη κοιτούσε το παρελθόν της με νοσταλγία, το Βερολίνο των αρχών του 20ού αιώνα κοιτούσε το μέλλον με μια μείξη τρόμου και ενθουσιασμού. Ήταν η πόλη της ταχύτητας, των εργοστασίων, των νέων μέσων μαζικής μεταφοράς και μιας καλλιτεχνικής πρωτοπορίας που δεν ήθελε να διακοσμήσει την πραγματικότητα, αλλά να την ανατρέψει για να δει τι κρύβεται από κάτω.

Η Γέννηση της «Γέφυρας» (Die Brücke)

Η περιήγησή μας ξεκινά το 1905. Ενώ οι Βιεννέζοι ζωγράφιζαν χρυσά φωτοστέφανα, μια ομάδα φοιτητών αρχιτεκτονικής στη Δρέσδη, που σύντομα μετακόμισε στο Βερολίνο, ίδρυσε την ομάδα Die Brücke (Η Γέφυρα). Ο Ernst Ludwig Kirchner, ο Karl Schmidt-Rottluff και ο Erich Heckel ήθελαν να δημιουργήσουν μια «γέφυρα» προς το μέλλον.

Τα χρώματά τους δεν ήταν φυσικά. Ήταν όξινα, επιθετικά, σχεδόν επώδυνα. Το Βερολίνο στα έργα του Kirchner δεν είναι μια φιλόξενη πόλη· είναι μια αστική ζούγκλα όπου οι άνθρωποι μοιάζουν με ξένα σώματα, με πρόσωπα που θυμίζουν πρωτόγονες μάσκες. Η ζωγραφική τους ήταν μια αντίδραση στην αποξένωση που προκαλούσε η ραγδαία εκβιομηχάνιση της πρωσικής πρωτεύουσας.

Η Μουσική της Δυσαρμονίας: Strauss και Hindemith

Στο Βερολίνο, η μουσική δεν αναζητούσε το «ωραίο», αλλά το «δυνατό». Ο Richard Strauss προκαλούσε σεισμό στην Όπερα με τη Σαλώμη και την Ηλέκτρα, έργα γεμάτα ψυχολογική βία και ηχητικό όγκο που αντανακλούσαν την ένταση της μεγαλούπολης.

Αργότερα, ο Paul Hindemith και ο Kurt Weill άρχισαν να πειραματίζονται με αυτό που ονομάστηκε «Μουσική Χρησιμότητας» (Gebrauchsmusik), φέρνοντας τον ήχο της τζαζ και του καμπαρέ μέσα στην κλασική δομή. Το Βερολίνο δεν είχε την υπομονή της Βιέννης για μακρόσυρτες συμφωνίες· ήθελε ρυθμό, αιχμηρότητα και κοινωνική κριτική.

Η Κοινωνική Ζωή: Μεταξύ Λάμψης και Αβύσσου

Το Βερολίνο ήταν η πόλη των αντιθέσεων. Από τη μία, οι φωτισμένοι δρόμοι της Friedrichstraße με τα τεράστια πολυκαταστήματα και τα θέατρα. Από την άλλη, οι σκοτεινές αυλές των Mietskaserne, όπου χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες.

Εδώ, στην καρδιά αυτού του γκρίζου ιστού, ανάμεσα σε γραφειοκράτες και εργάτες, θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια φιγούρα όπως ο Ότο Κβάνγελ, ο ήρωας του Χανς Φάλαντα από το «Μόνος στο Βερολίνο». Αν και ο Φάλαντα έγραψε το έργο αργότερα, τοποθετώντας το στην εποχή του Ναζισμού, ο χαρακτήρας του Κβάνγελ –αυτός ο σιωπηλός, πειθαρχημένος ξυλουργός με το πέτρινο πρόσωπο– είναι το απόλυτο προϊόν αυτής της βερολινέζικης αρχετυπικής σοβαρότητας που γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Κβάνγελ είναι ο Βερολινέζος που δεν μιλά πολύ, που δουλεύει αθόρυβα στο εργοστάσιο, που παρατηρεί την καλλιτεχνική έξαρση των «τρελών» της πόλης από απόσταση, αλλά που κουβαλά μέσα του μια ακλόνητη ηθική γρανιτένιας υφής. Είναι η «άλλη» πλευρά του εξπρεσιονισμού: όχι η κραυγή του καλλιτέχνη, αλλά η σιωπηλή αντοχή του απλού ανθρώπου απέναντι στην ιστορική καταιγίδα που πλησιάζει.

Το Θέατρο και ο Κινηματογράφος: Ο Μαξ Ράινχαρτ

Αν η Βιέννη ήταν η πόλη της ψυχανάλυσης, το Βερολίνο ήταν η πόλη του θεάματος. Ο Max Reinhardt έφερε επανάσταση στη σκηνοθεσία στο Deutsches Theater, χρησιμοποιώντας το φως και τη σκιά με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει. Αυτή η «θεατρικότητα του σκότους» θα γεννούσε λίγο αργότερα τον εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο, με ταινίες όπως το Εργαστήριο του Δρος Καλιγκάρι.

Οι δρόμοι του Βερολίνου το 1913 ήταν γεμάτοι με αφίσες για καμπαρέ, όπου η σάτιρα ήταν αμείλικτη. Οι καλλιτέχνες όπως ο George Grosz άρχισαν να σχεδιάζουν καρικατούρες στρατιωτικών και αστών, αποκαλύπτοντας τη σήψη κάτω από τα γυαλισμένα κουμπιά των στολών.

Σε αντίθεση με τη Βιέννη, όπου η αρχιτεκτονική πάλευε με το στολίδι, το Βερολίνο αγκάλιασε τη μηχανή. Ο Peter Behrens σχεδίασε το εργοστάσιο στροβίλων της AEG, ένα κτίριο από γυαλί και ατσάλι που έμοιαζε με ναό της βιομηχανίας. Αυτό το πνεύμα θα οδηγούσε αργότερα στη δημιουργία του Bauhaus. Το Βερολίνο δεν φοβόταν το μέταλλο· το θεωρούσε τη νέα του σάρκα.

Το Λυκόφως των Θεών

Το 1913, το Βερολίνο ήταν μια πόλη που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τον γκρεμό. Οι εξπρεσιονιστές ποιητές, όπως ο Georg Heym, έγραφαν για τον «Θεό της Πόλης» (Der Gott der Stadt), μια δαιμονική φιγούρα που κάθεται πάνω στα κτίρια και καταπίνει τους ανθρώπους. Υπήρχε μια αίσθηση ότι κάτι πρέπει να σπάσει.

Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πολλοί εξπρεσιονιστές καλλιτέχνες κατατάχθηκαν με ενθουσιασμό, νομίζοντας ότι ο πόλεμος θα ήταν η «κάθαρση» που χρειαζόταν ο παλιός κόσμος. Σύντομα διαψεύστηκαν οδυνηρά. Ο Kirchner κατέρρευσε ψυχολογικά, ο Macke και ο Marc σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών.

Το Βερολίνο του εξπρεσιονισμού ήταν μια κραυγή ελευθερίας μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί. Ήταν η πόλη που τόλμησε να δείξει το πρόσωπο του μοντέρνου ανθρώπου χωρίς προσωπεία: τρομαγμένο, ηλεκτρισμένο, αλλά απόλυτα ζωντανό. Αν ο Κβάνγελ του Φάλαντα περπατούσε σε αυτούς τους δρόμους το 1913, θα έσφιγγε το σαγόνι του, θα ανέβαζε τον γιακά του παλτού του και θα συνέχιζε να περπατά, ξέροντας ότι η τέχνη μπορεί να αλλάζει, αλλά η σκληρή πραγματικότητα της πόλης παραμένει η ίδια.

The20thCenturyClassical.gr

Ετικέτα: