Franz Schreker: Ο μακρινός ήχος μιας Σύγχρονης Όπερας
Όταν το 1912 η αυλαία της Όπερας της Φρανκφούρτης σηκώθηκε για την πρεμιέρα του Der ferne Klang (Ο Μακρινός Ήχος), το κοινό και οι κριτικοί συνειδητοποίησαν ότι η οπερατική τέχνη είχε βρει έναν νέο δρόμο. Ο Franz Schreker, ένας συνθέτης που μέχρι τότε πάλευε στις παρυφές της βιεννέζικης μουσικής ζωής, παρουσίασε ένα έργο που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχαν προηγηθεί. Δεν ήταν ούτε η επική μετα-βαγκνερική παράδοση, ούτε ο στεγνός εξπρεσιονισμός της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης. Ήταν κάτι πιο ρευστό, πιο αισθησιακό και, τελικά, πιο προφητικό.
Το Λιμπρέτο
Ο Franz Schreker, ακολουθώντας το παράδειγμα του Wagner, έγραψε ο ίδιος το λιμπρέτο. Η υπόθεση, αν και επιφανειακά μοιάζει με αστικό δράμα, λειτουργεί ως μια βαθιά αλληγορία για τη σύγκρουση μεταξύ της τέχνης και της ζωής.
Ο κεντρικός ήρωας, ο συνθέτης Fritz, εγκαταλείπει την αγαπημένη του Grete για να κυνηγήσει έναν «μακρινό ήχο» που ακούει μέσα του. Αυτός ο ήχος δεν είναι μια μουσική ιδέα· αλλά η υπόσχεση της απόλυτης καλλιτεχνικής δικαίωσης. Στην πορεία, η Grete εκπίπτει κοινωνικά και ηθικά, καταλήγοντας σε έναν οίκο ανοχής στη Βενετία, ενώ ο Fritz αναλώνεται σε μια στείρα αναζήτηση της τελειότητας.
Η τραγική ειρωνεία κορυφώνεται στην τρίτη πράξη: ο Fritz συνειδητοποιεί ότι ο ήχος που αναζητούσε ήταν η ίδια η ζωή και ο έρωτας που θυσίασε. Ο «μακρινός ήχος» γίνεται τελικά αντιληπτός μόνο τη στιγμή του θανάτου του, μετατρέποντας το έργο σε μια σπουδή πάνω στη ματαιότητα του ιδεαλισμού όταν αυτός αποκόπτεται από την ανθρώπινη εμπειρία.
Franz Schreker: Η Καινοτομία του Ηχοχρώματος
Αν υπάρχει μια λέξη που χαρακτηρίζει τη μουσική του Franz Schreker, αυτή είναι η ρευστότητα. Στο Der ferne Klang, το ηχόχρωμα παύει να είναι ένα ένδυμα της μελωδίας και γίνεται ο πρωταγωνιστής.
Ο Franz Schreker χρησιμοποιεί την ορχήστρα με έναν τρόπο που θυμίζει τον ιμπρεσιονισμό του Debussy, αλλά με μια γερμανική δομική αυστηρότητα. Η χρήση της άρπας, της celesta, του πιάνου και των κρουστών δημιουργεί μια ηχητική πυκνότητα που περιβάλλει τους ερμηνευτές. Η καινοτομία του έγκειται στην πολυφωνία των επιπέδων. Στη δεύτερη πράξη, για παράδειγμα, διαφορετικές μουσικές ομάδες (μια τσιγγάνικη ορχήστρα, μια μπάντα πνευστών και η κύρια ορχήστρα) παίζουν ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα πολυστρωματικό ηχητικό τοπίο που προαναγγέλλει τις τεχνικές του κινηματογραφικού μοντάζ.
Αυτή η προσέγγιση ονομάστηκε «ψυχολογικός ιμπρεσιονισμός». Η μουσική πλέον, δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει τα συναισθήματα των ηρώων· γίνεται η ίδια το υποσυνείδητό τους. Οι αρμονικές μεταπτώσεις είναι διαρκείς, η τονικότητα οριακή, χωρίς ποτέ να σπάει εντελώς, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς ιλίγγου.
Η Κοινωνική Διάσταση: Η Βενετία της Παρακμής
Η δεύτερη πράξη, που διαδραματίζεται στο “Casa di Maschere” στη Βενετία, αποτελεί ένα από τα πιο τολμηρά δείγματα γραφής του Franz Schreker. Εδώ, η κοινωνική κριτική είναι αμείλικτη. Η Βενετία παρουσιάζεται ως ένας τόπος τεχνητής ομορφιάς και ηθικής σήψης, όπου ο έρωτας αγοράζεται και η τέχνη χρησιμεύει ως διακόσμηση.
Η αντίθεση ανάμεσα στην ονειρική μουσική του Franz Schreker και τη σκληρή πραγματικότητα της Grete δημιουργεί μια δραματική ένταση που ήταν πρωτόγνωρη για την εποχή. Ο Schreker δεν φοβάται να δείξει την ασχήμια, αλλά την ντύνει με μια μουσική τόσο ελκυστική που καθιστά τον θεατή συμμέτοχο ακόμα και στην παρακμή.
Η Άνοδος, η Πτώση και η Λήθη
Η επιτυχία του Der ferne Klang κατέστησε τον Schreker τον σημαντικότερο οπερατικό συνθέτη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ως διευθυντής της Μουσικής Ακαδημίας του Βερολίνου, επηρέασε μια ολόκληρη γενιά δημιουργών. Ωστόσο, η μοίρα του έργου του συνδέθηκε άρρηκτα με τις πολιτικές εξελίξεις.
Με την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, η μουσική του Franz Schreker χαρακτηρίστηκε ως Entartete Kunst. Η εβραϊκή του καταγωγή, αλλά κυρίως ο ερωτισμός και ο ψυχολογικός «μοντερνισμός» των έργων του, τον κατέστησαν στόχο των Ναζί. Οι παραστάσεις του ακυρώθηκαν, ο ίδιος εκδιώχθηκε, και πέθανε το 1934, λίγο πριν δει τον κόσμο να καταρρέει οριστικά.
Για δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Franz Schreker παρέμεινε στο περιθώριο. Ο μουσικός μοντερνισμός του Darmstadt επικεντρώθηκε στον δωδεκαφθογγισμό και τον σειραϊσμό, θεωρώντας τον Schreker υπερβολικά «αισθησιακό» ή «ρομαντικό». Χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεκαετία του 1980 για να ξεκινήσει μια συστηματική επανεκτίμηση του έργου του.





















