Η ατονική μοναξιά του Fartein Valen και η σύμπραξη του 1972
Κλασική μουσική | Κλασική μουσική 20ού αιώνα
Το 1917, ενώ η Ευρώπη βίωνε τη δίνη του Μεγάλου Πολέμου, ένας Νορβηγός συνθέτης που ζούσε απομονωμένος στις ακτές του Haugesund, ο Fartein Valen, ολοκλήρωνε το Trio για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο, Op. 5. Η σύνθεση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα δείγμα γραφής ενός δημιουργού της περιφέρειας, αλλά το σημείο μηδέν για την είσοδο της νορβηγικής μουσικής σε αχαρτογράφητα νερά. Ο Valen, μαθητής του Max Bruch στο Βερολίνο, είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από τον ύστερο ρομαντισμό, αναζητώντας μια δική του, ιδιότυπη πολυφωνία που προηγήθηκε χρονικά από την πλήρη καθιέρωση του δωδεκαφθογγισμού του Schoenberg.
Η ιστορική ηχογράφηση του 1972
Η συγκεκριμένη εκτέλεση του Scherzo: Allegro από το Trio Op. 5, που φέρει τις υπογραφές των Stig Nilsson (βιολί), Hege Waldeland (τσέλο) και Eva Knardahl (πιάνο), καταγράφηκε το 1972 για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας Philips (μεταγενέστερα επανεκδόθηκε από την Aurora). Η χρονική συγκυρία της ηχογράφησης συμπίπτει με μια περίοδο έντονου επαναπροσδιορισμού της σκανδιναβικής μουσικής κληρονομιάς.
Το σχήμα που ανέλαβε το έργο δεν ήταν μια τυχαία σύμπραξη. Η Eva Knardahl είχε ήδη εδραιώσει τη φήμη της ως η απόλυτη ερμηνεύτρια του Grieg, έχοντας επιστρέψει στη Νορβηγία μετά από δεκαπενταετή θητεία στην Ορχήστρα της Μινεσότα. Η παρουσία της στο πιάνο προσέδωσε στο εγχείρημα μια σφραγίδα εγκυρότητας, καθώς η Knardahl ήταν γνωστή για την ικανότητά της να διαχειρίζεται τη συνθετική πολυπλοκότητα χωρίς να θυσιάζει τη διαύγεια των επιμέρους γραμμών.
Το Scherzo: Allegro και η δομική του αυτονομία
Στο δεύτερο μέρος του Trio, το Scherzo, ο Valen εγκαταλείπει τις παραδοσιακές τονικές ιεραρχίες. Αν και το έργο φέρει τον αριθμό Op. 5, αντικατοπτρίζει τη μετάβαση από την τονικότητα προς την ελεύθερη ατονικότητα. Ο Valen δεν υιοθέτησε ποτέ πλήρως το σύστημα του σειραϊσμού με τον τρόπο που το έπραξε η Δεύτερη Σχολή της Βιέννης. Αντίθετα, ανέπτυξε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «φωνητική ατονικότητα», όπου κάθε όργανο ακολουθεί μια ανεξάρτητη μελωδική πορεία.
Στην ηχογράφηση των Nilsson, Waldeland και Knardahl, η ιστορική σημασία έγκειται στην ανάδειξη αυτής της γραμμικής αντίστιξης. Ο Stig Nilsson, ο οποίος διετέλεσε εξάρχων της Φιλαρμονικής του Όσλο για δεκαετίες, και η Hege Waldeland, με τη θητεία της σε σημαντικά σκανδιναβικά σύνολα, προσέγγισαν το Scherzo με μια προσήλωση στη μαθηματική ακρίβεια του κειμένου. Η παρτιτούρα του Valen στο συγκεκριμένο σημείο απαιτεί απόλυτο συγχρονισμό σε ένα περιβάλλον όπου οι ρυθμικές μετατοπίσεις είναι συνεχείς.
Ο Valen παρέμεινε για χρόνια μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στη Νορβηγία. Το Trio Op. 5 αντιμετωπίστηκε αρχικά με σκεπτικισμό από την κριτική του Όσλο, η οποία ήταν ακόμα προσκολλημένη στον εθνικό ρομαντισμό. Η ηχογράφηση του 1972 λειτούργησε ως αποκατάσταση. Η Eva Knardahl, μιλώντας σε συνεντεύξεις εκείνης της περιόδου, τόνιζε συχνά ότι η μουσική του Valen απαιτεί από τον μουσικό μια τρόπον τινά «πνευματική πειθαρχία», αναφερόμενη στην αποφυγή κάθε περιττής ερμηνευτικής προσθήκης.
Τα ιστορικά αρχεία της Philips υποδεικνύουν ότι η παραγωγή επεδίωκε έναν ήχο, που να επιτρέπει στις αντιστικτικές γραμμές του βιολιού και του τσέλου να διακρίνονται καθαρά πάνω από το έντονο πιανιστικό υπόστρωμα. Η Waldeland στο βιολοντσέλο χρησιμοποιεί ελάχιστο βιμπράτο, ακολουθώντας τις υποδείξεις που υπάρχουν στις σημειώσεις του ίδιου του Valen για «καθαρότητα στον φθόγγο».
Οι ερμηνευτές ως φορείς της παράδοσης
- Eva Knardahl: Η συνεισφορά της στην καταγραφή του έργου του Valen θεωρείται κομβική, καθώς μετέφερε την εμπειρία της από το αμερικανικό ρεπερτόριο του 20ού αιώνα στη νορβηγική εργογραφία.
- Stig Nilsson: Η τεχνική του, βασισμένη στη σχολή του βόρειου μοντερνισμού, ταίριαξε με την ανάγκη του Valen για έναν ήχο σχεδόν αέρινο αλλά σταθερό.
- Hege Waldeland: Υπήρξε από τις πρώτες τσελίστριες στη Σκανδιναβία που εστίασαν τόσο έντονα στη σύγχρονη μουσική δημιουργία, ξεφεύγοντας από το κλασικό ρεπερτόριο του 19ου αιώνα.
Το Scherzo, με τη σύντομη αλλά περιεκτική του διάρκεια, αποτελεί μια σπουδή πάνω στη διαρκή κίνηση. Ο Valen τοποθετεί τα τρία όργανα σε μια κατάσταση διαρκούς εξέλιξης, όπου καμία μουσική ιδέα δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια, εφαρμόζοντας μια πρώιμη μορφή της «μετασχηματιζόμενης παραλλαγής». Η ιστορική αξία αυτής της συγκεκριμένης ερμηνείας παραμένει αναλλοίωτη, καθώς αποτελεί μια από τις ελάχιστες φορές που τρεις κορυφαίοι σολίστ της Νορβηγίας ενώθηκαν για να αποδώσουν ένα έργο που για δεκαετίες θεωρούνταν «δύσκολο» ή «εγκεφαλικό».
Η δισκογραφική αυτή κατάθεση του 1972 παραμένει σημείο αναφοράς για τη μελέτη της εξέλιξης της ατονικότητας στον ευρωπαϊκό Βορρά, τοποθετώντας τον Valen δίπλα στους μεγάλους αναμορφωτές της μουσικής γλώσσας του περασμένου αιώνα, χωρίς ωστόσο να τον εντάσσει πλήρως σε καμία συγκεκριμένη σχολή.





















