Κλασική Μουσική

Αρχική / Κλασική Μουσική του 20ού αιώνα / Gustav Mahler: Γκούσταβ Μάλερ:  Η Συμφωνία Αρ. 1 σε Ρε μείζονα

Gustav Mahler: Γκούσταβ Μάλερ:  Η Συμφωνία Αρ. 1 σε Ρε μείζονα

Φωτογραφία του Gustav Mahler Γκούσταβ Μάλερ με την Άλμα Μάλερ

Γκούσταβ Μάλερ: Η Συμφωνία Αρ. 1 σε Ρε μείζονα

Κλασική Μουσική: Η Προκλητική Πρεμιέρα της Βουδαπέστης

Στις 20 Νοεμβρίου 1889, στην αίθουσα Vigadó της Βουδαπέστης, το κοινό βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που αδυνατούσε να κατηγοριοποιήσει. Ο Gustav Mahler, ένας ανερχόμενος αρχιμουσικός με φήμη τελειομανούς αλλά ελάχιστα γνωστός ως συνθέτης, παρουσίασε ένα έργο που αρχικά ονομάστηκε «Συμφωνικό Ποίημα σε δύο μέρη». Η υποδοχή δεν ήταν απλώς ψυχρή· ήταν μια στιγμή απόλυτης σύγχυσης.

Ο Gustav Mahler δεν ξεκίνησε τη συμφωνική του διαδρομή ακολουθώντας την πεπατημένη των τεσσάρων μερών που είχε κληροδοτήσει ο Brahms ή ο Schumann. Η αρχική μορφή του έργου περιλάμβανε πέντε κινήσεις, με το περίφημο “Blumine” να βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Οι θεατές εκείνης της βραδιάς δεν άκουσαν μια «Συμφωνία», αλλά μια απόπειρα του Mahler να ενσωματώσει την προσωπική του κοσμοθεωρία σε μια φόρμα που ακόμα αναζητούσε το όνομά της.

Το παρωνύμιο «Titan» και η Παρεξήγηση του Προγράμματος

Είναι ιστορικά ακριβές ότι ο τίτλος «Titan» δεν υπήρχε στην πρεμιέρα της Βουδαπέστης. Εμφανίστηκε αργότερα, το 1893 στο Αμβούργο και το 1894 στη Βαϊμάρη, δανεισμένος από το μυθιστόρημα του Jean Paul. Ωστόσο, ο Gustav Mahler δεν επιδίωκε να μελοποιήσει το βιβλίο. Η χρήση του τίτλου και η προσθήκη επεξηγηματικών κειμένων ήταν μια πράξη απόγνωσης του συνθέτη, σε μια προσπάθεια να προσφέρει στο κοινό έναν ας πούμε «οδηγό» για να κατανοήσει τους ηχητικούς του πειραματισμούς.

Σύντομα όμως, ο Mahler συνειδητοποίησε ότι οι γραπτές επεξηγήσεις οδηγούσαν σε παρερμηνείες. Οι κριτικοί αναζητούσαν συγκεκριμένες λογοτεχνικές αντιστοιχίες εκεί που υπήρχε μόνο καθαρή οργάνωση ήχων. Μέχρι την έκδοση της παρτιτούρας το 1899, ο συνθέτης είχε αποσύρει κάθε τίτλο, κάθε επεξηγηματικό σημείωμα και την κίνηση “Blumine”, αφήνοντας το έργο γυμνό ως «Συμφωνία Αρ. 1 σε Ρε μείζονα».

Η Ενσωμάτωση του Lieder: Από το Κλασικό Τραγούδι στο Συμφωνικό Corpus

Μια από τις πιο ιδιόμορφες ιστορικές πτυχές της Πρώτης Συμφωνίας είναι η οργανική της σύνδεση με τον κύκλο τραγουδιών του Gustav Mahler, Lieder eines fahrenden Gesellen (Τραγούδια ενός οδοιπόρου). Ο Mahler χρησιμοποίησε μελωδικό υλικό από το δεύτερο τραγούδι του κύκλου (“Ging heut’ Morgen übers Feld”) για το πρώτο μέρος της συμφωνίας και από το τέταρτο τραγούδι (“Die zwei blauen Augen von meinem Schatz”) για το κεντρικό τμήμα του τρίτου μέρους.

Αυτή η πρακτική δεν ήταν κάποιου είδους αυτο-αναφορά. Ήταν η πρώτη φορά που ένας συνθέτης γεφύρωνε με τέτοια δομική συνέπεια τον κόσμο του κλασικού τραγουδιού με τη μεγάλη συμφωνική φόρμα. Η ιστορική σημασία έγκειται στο γεγονός ότι ο Gustav Mahler μετέτρεψε την προσωπική φωνή του ερμηνευτή σε μια συλλογική εμπειρία μέσα από την ορχήστρα, χωρίς να χρειάζεται πλέον τον λόγο.

Το Σκάνδαλο της Τρίτης Κίνησης και το «Frère Jacques»

Αν υπήρχε ένα σημείο που προκάλεσε την οργή της κριτικής της εποχής, αυτό ήταν το εμβατήριο του τρίτου μέρους. Η χρήση της πασίγνωστης μελωδίας “Frère Jacques” (στα γερμανικά “Bruder Martin”), παραλλαγμένης σε ελάσσονα, θεωρήθηκε από πολλούς ως ασέβεια. Η έμπνευση για αυτή την κίνηση συνδέεται συχνά με την ξυλογραφία «Η κηδεία του κυνηγού» του Moritz von Schwind, όπου τα ζώα του δάσους συνοδεύουν τον νεκρό κυνηγό στην τελευταία του κατοικία.

Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι ο Gustav Mahler εισήγαγε το στοιχείο της ειρωνείας και του γκροτέσκο στην υψηλή τέχνη της συμφωνίας. Η χρήση του κόντρα-μπάσου για την παρουσίαση της μελωδίας σε μια ασυνήθιστα υψηλή περιοχή για το όργανο, δημιούργησε έναν ήχο που οι σύγχρονοί του εξέλαβαν ως εκτελεστικό σφάλμα ή κακόγουστο αστείο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια συνειδητή ανατροπή των αισθητικών κανόνων της περιόδου.

Κλασική Μουσική 20ού Αιώνα: Ο Gustav Mahler ως Προάγγελος

Παρόλο που η Πρώτη Συμφωνία ολοκληρώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, η δομή και οι καινοτομίες της την τοποθετούν στον πυρήνα των εξελίξεων που θα ακολουθούσαν. Ο Gustav Mahler χρησιμοποίησε μια ορχήστρα διευρυμένη, όχι μόνο για τον όγκο του ήχου, αλλά και για τον διαχωρισμό των ηχοχρωμάτων. Η χρήση των χάλκινων πνευστών και η απαίτηση για επτά κόρνα στο φινάλε ήταν μια δήλωση ισχύος που άλλαξε τα δεδομένα της ενορχήστρωσης.

Στις 16 Μαρτίου 1896, στο Βερολίνο, ο Gustav Mahler παρουσίασε την τελική μορφή της συμφωνίας. Ήταν η στιγμή που το έργο αποσυνδέθηκε οριστικά από τις περιγραφικές ταμπέλες. Οι κριτικοί της εποχής, όπως ο Eduard Hanslick, δυσκολεύτηκαν να αποδεχτούν την απότομη μετάβαση από το ειδυλλιακό ξεκίνημα στις βίαιες εκρήξεις του τελευταίου μέρους. Αυτή η αντίθεση, όμως, είναι που καθιέρωσε τον Gustav Mahler ως τον συνθέτη που δεν φοβόταν να φέρει την καθημερινότητα, τον θόρυβο και την αντίφαση μέσα στο μουσικό κείμενο.

Δια ταύτα

Ο Mahler επέβαλε νέες προκλήσεις στους μουσικούς της εποχής. Στο ξεκίνημα της συμφωνίας, ζητά από τα έγχορδα να παίξουν αρμονικές σε μια εξαιρετικά παρατεταμένη έκταση, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ενός ακίνητου ηχητικού τοπίου. Αυτό το «ξύπνημα της φύσης» δεν βασίζεται σε μελωδίες, αλλά σε μια κατάσταση καθαρού ήχου.

Επιπλέον, η χρήση οργάνων εκτός σκηνής (τρομπέτες) στο πρώτο μέρος πρόσθεσε μια διάσταση χωροταξίας που ήταν σπάνια για την εποχή. Ο συνθέτης δεν ενδιαφερόταν μόνο για το «τι» θα ακουστεί, αλλά και για το «από πού» θα προέλθει ο ήχος, προαναγγέλλοντας τις σύγχρονες αντιλήψεις για την ακουστική των χώρων.

Yiannis Panagiotakis

Ετικέτα: