Κλασική Μουσική

Αρχική / Κλασική Μουσική του 20ού αιώνα / Νίκος Σκαλκώτας: Η Μικρή Σουίτα αρ. 2 και το Allegro vivace της ελληνικής πρωτοπορίας

Νίκος Σκαλκώτας: Η Μικρή Σουίτα αρ. 2 και το Allegro vivace της ελληνικής πρωτοπορίας

Κλασικός μουσικός συνθέτης, Νίκος Σκαλκώτας. (Φωτογραφία)

Κλασική μουσική του 20ού αιώνα: Η ανάδυση ενός νέου ιδιώματος

Η δεκαετία του 1930 στην Αθήνα υπήρξε μια περίοδος έντονης πνευματικής ζύμωσης, καθώς η επιστροφή του Νίκου Σκαλκώτα από το Βερολίνο το 1933 σηματοδότησε την εισαγωγή μιας ριζικά διαφορετικής αισθητικής αντίληψης στο εγχώριο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Ο Νίκος Σκαλκώτας, έχοντας μαθητεύσει κοντά στον Arnold Schoenberg, μετέφερε στις αποσκευές του όχι μόνο την τεχνική του δωδεκαφθογγισμού αλλά και μια ιδιότυπη ανάγνωση της παράδοσης. Η Μικρή Σουίτα αρ. 2 για ορχήστρα εγχόρδων (AK 52), η οποία ολοκληρώθηκε το 1939, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της περιόδου, όπου ο συνθέτης επεξεργαζόταν με οξυδέρκεια τη σχέση του με τις μικρές φόρμες.

Το καταληκτικό μέρος της σουίτας, το Allegro vivace, φανερώνει την προσπάθεια του Σκαλκώτα να συγκεράσει την αυστηρότητα της σχολής της Βιέννης με έναν δυναμισμό που προσιδιάζει στον ευρωπαϊκό νεοκλασικισμό. Αν και ο συνθέτης παρέμενε απομονωμένος από τον κύριο κορμό της ελληνικής μουσικής ζωής, εργαζόμενος ως απλό μέλος στα αναλόγια της Κρατικής Ορχήστρας, η παραγωγή του εκείνης της χρονιάς υπήρξε καταιγιστική. Η συγκεκριμένη σουίτα εντάσσεται σε μια σειρά έργων για έγχορδα που αναδεικνύουν την ικανότητα του δημιουργού να παράγει έργα υψηλής αισθητικής αξίας υπό συνθήκες βιοποριστικής πίεσης και καλλιτεχνικής περιθωριοποίησης.

Στο πλαίσιο της κλασικής μουσικής, η επιλογή της ορχήστρας εγχόρδων προσφέρει στον Σκαλκώτα το ιδανικό πεδίο για την εφαρμογή μιας γραφής που βασίζεται στη διαύγεια και την κινητική ενέργεια. Το Allegro vivace της δεύτερης Μικρής Σουίτας χαρακτηρίζεται από έναν αδιάλειπτο παλμό, ο οποίος υποστηρίζεται από την χρήση συγκεκριμένων τονικών κέντρων, παρά την ευρεία χρήση χρωματικών στοιχείων. Ο Νίκος Σκαλκώτας εδώ απομακρύνεται από τον αυστηρό σειραϊσμό που συναντάμε στα μεγάλα του έργα, επιλέγοντας μια γλώσσα πιο άμεση, η οποία όμως διατηρεί την ιδιοσυγκρασιακή του πολυπλοκότητα.

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, η επιστροφή σε ταχύτητες και ρυθμικά σχήματα που παραπέμπουν στον 18ο αιώνα ήταν κοινός τόπος για πολλούς Ευρωπαίους συνθέτες. Ωστόσο, ο Νίκος Σκαλκώτας εμποτίζει αυτή την τάση με μια σχεδόν νευρώδη ενέργεια. Η χρήση των εγχόρδων γίνεται με τρόπο που αναδεικνύει τις δυνατότητες του κάθε οργάνου χωριστά. Η ιστορική σπουδαιότητα αυτού του μέρους έγκειται στη διαπίστωση πως ο συνθέτης μπορούσε να παράγει μουσική που, ενώ ηχούσε σύγχρονη για τα δεδομένα της εποχής, διατηρούσε μια ακατάλυτη σύνδεση με την έννοια της κλασικής δωρικότητας.

Νίκος Σκαλκώτας, Ο Προφητικός Συνθέτης

Το έτος 1939, όταν και χρονολογείται η Μικρή Σουίτα αρ. 2, η Ευρώπη βρισκόταν στο κατώφλι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Ελλάδα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ευνοούσε μια εθνικιστική προσέγγιση στις τέχνες, γεγονός που καθιστούσε το έργο του Σκαλκώτα “ξένο σώμα”. Ο συνθέτης, παρά τις δυσχέρειες, συνέχιζε να παράγει έργα που δεν προορίζονταν για άμεση εκτέλεση, αλλά για ένα μελλοντικό ακροατήριο. Είναι γνωστό πως πολλά από τα έργα αυτής της περιόδου παρέμειναν στο συρτάρι του και ήρθαν στο φως δεκαετίες μετά τον πρόωρο θάνατό του το 1949.

Το Allegro vivace αντανακλά αυτή την εσωτερική εγρήγορση. Οι απόψεις των μελετητών συγκλίνουν στο ότι οι “Μικρές Σουίτες” αποτελούσαν για τον Σκαλκώτα έναν χώρο δοκιμών, όπου μπορούσε να εφαρμόσει ιδέες που αργότερα θα ανέπτυσσε στις μεγαλύτερες του συνθέσεις. Η απουσία πνευστών και κρουστών εστιάζει την προσοχή στην καθαρότητα των γραμμών. Η προσεκτική μελέτη του έργου, αναδυκνύει το γεγονός ότι η εν λόγω σουίτα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του συνθέτη να δημιουργήσει ένα σώμα έργων “χρηστικής μουσικής” (Gebrauchsmusik), όρο που είχε γνωρίσει στη Γερμανία, αν και η ποιότητα της γραφής του ξεπερνούσε κατά πολύ τον απλό χρηστικό χαρακτήρα.

Η αισθητική του μοντερνισμού στην ελληνική κλασική μουσική

Η παρουσία του Σκαλκώτα στο τοπίο της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα παραμένει μια από τις πιο αινιγματικές περιπτώσεις της παγκόσμιας εργογραφίας. Το Allegro vivace της AK 52 αποτελεί σε κάθε περίπτωση μια δήλωση αισθητικής αυτονομίας. Σε μια εποχή που η Εθνική Σχολή κυριαρχούσε με τη χρήση δημοτικών μελωδιών και υστερορομαντικών ορχηστρικών χρωμάτων, ο Τεράστιος Νίκος Σκαλκώτας πρότεινε έναν δρόμο βασισμένο στην αφαίρεση και την πειθαρχία.

Η κριτική αποτίμηση του έργου του, η οποία ξεκίνησε ουσιαστικά από τη δεκαετία του 1950 και μετά, αναγνώρισε στη Μικρή Σουίτα αρ. 2 μια σπάνια ισορροπία. Η επιλογή του να μην χρησιμοποιήσει παραδοσιακά ελληνικά μοτίβα στο συγκεκριμένο έργο, αλλά να βασιστεί σε μια οικουμενική μουσική γλώσσα, τον κατέταξε στους πρωτοπόρους του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Η ακρίβεια της σημειογραφίας του και η επιμονή του στη λεπτομέρεια των δυναμικών στο Allegro vivace μαρτυρούν έναν δημιουργό που είχε πλήρη επίγνωση της εξέλιξης της μουσικής σκέψης στην Ευρώπη, παρά την αναγκαστική του απομόνωση στην Αθήνα.

Η χειρόγραφη παράδοση και η εκδοτική πορεία του AK 52

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αφορούν το έργο του Νίκου Σκαλκώτα είναι η κατάσταση των χειρογράφων του. Η Μικρή Σουίτα αρ. 2 διασώθηκε χάρη στις προσπάθειες φίλων και μελετητών που μετά τον θάνατό του ανέλαβαν το επίπονο έργο της ταξινόμησης του αρχείου του. Το Allegro vivace, όπως και τα υπόλοιπα μέρη της σουίτας, φέρει τη σφραγίδα της γραφικής ιδιοφυΐας του συνθέτη, με ελάχιστες διορθώσεις, γεγονός που υποδηλώνει μια ολοκληρωμένη σύλληψη πριν καν η πένα αγγίξει το χαρτί.

Οι εκδόσεις των έργων του, οι οποίες ξεκίνησαν δειλά από τον οίκο Universal Edition και αργότερα από τον Margun Music, επέτρεψαν στη διεθνή κοινότητα να γνωρίσει αυτή την πτυχή του έργου του. Η AK 52 συχνά παραλληλίζεται με τις σουίτες του Bartók ή του Stravinsky, όχι ως προς την αντιγραφή του ύφους τους, αλλά ως προς την κοινή αναζήτηση μιας νέας αντικειμενικότητας.

Yiannis Panagiotakis

Ετικέτα: