Marlis Petersen – Notre amour, Op. 23 No. 2
Στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα, η γαλλική μουσική σκηνή βρισκόταν σε μια κατάσταση ευγενούς αναζήτησης. Ο Gabriel Fauré, μαθητής του Saint-Saëns και μετέπειτα διευθυντής του Conservatoire του Παρισιού, υπήρξε ο αρχιτέκτονας μιας αθόρυβης επανάστασης. Το Notre amour, Op. 23 No. 2, αποτελεί μια συγκλονιστική σύνθεση φωνητικής μουσικής δωματίου και, ταυτόχρονα ένα τεκμήριο της μετάβασης από τον ρομαντισμό σε έναν ιδιότυπο γαλλικό μοντερνισμό.
Η σύνθεση τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1879, με την έκδοση να ακολουθεί το 1882. Είναι η εποχή που η κλασική μουσική αρχίζει να αποτινάσσει την ανάγκη για μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, αναζητώντας την ουσία σε μικρότερες φόρμες. Ο Fauré επέλεξε τους στίχους του Armand Silvestre, ενός ποιητή του οποίου η γραφή παρείχε το απαραίτητο υπόβαθρο για την ανάπτυξη της mélodie – του γαλλικού αντίστοιχου του γερμανικού Lied.
Ο Fauré δεν υπήρξε ποτέ οπαδός της ριζικής ρήξης με το παρελθόν, αλλά ένας δεξιοτέχνης της εξέλιξης. Το Op. 23 αποτελείται από τρία τραγούδια (Les Berceaux, Notre amour, Le Secret). Το δεύτερο μέρος, το οποίο εξετάζουμε, βασίζεται σε μια ρυθμική ζωντάνια που διαφοροποιείται από τη μελαγχολία των συνοδών του έργων.
Η ιστορική σημασία του Notre amour έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ο Fauré χειρίζεται την αρμονία. Ενώ παραμένει εντός τονικών πλαισίων, οι μετατροπίες του και οι συγχορδίες που χρησιμοποιεί προαναγγέλλουν την ελευθερία που θα χαρακτήριζε την κλασική μουσική 20ού αιώνα. Η χρήση του πιάνου λειτουργεί ως ένας διαρκής μηχανισμός αέναης μελωδικότητας και κίνησης, με συνεχή όγδοα που δημιουργούν μια αίσθηση ακατάπαυστης ροής.
Η Marlis Petersen το Κλασικό Τραγούδι και η Αναβίωση της Γαλλικής Σχολής
Η ερμηνεία της Marlis Petersen στο συγκεκριμένο έργο φέρνει στο προσκήνιο μια διαφορετική οπτική για το πώς η σύγχρονη σχολή τραγουδιού αντιμετωπίζει τον Fauré. Η Marlis Petersen, γνωστή για την ευελιξία της σε ρεπερτόριο που εκτείνεται από το μπαρόκ έως τον Schoenberg, απομακρύνεται από την παράδοση της “βαριάς” οπερατικής προσέγγισης.
Στις ζωντανές ερμηνείες και τις ηχογραφήσεις της, η Γερμανίδα σοπράνο εστιάζει στην καθαρότητα της άρθρωσης. Αυτό είναι ιστορικά κρίσιμο, καθώς ο Fauré έδινε τεράστια σημασία στην προφορά της γαλλικής γλώσσας, θεωρώντας ότι η μουσική πρέπει να υπηρετεί τον φυσικό ρυθμό των λέξεων. Η Marlis Petersen επιλέγει μια γραμμή που αποφεύγει τις υπερβολικές αυξομειώσεις έντασης, διατηρώντας μια γραμμικότητα που ταιριάζει στην αισθητική του fin de siècle.
Κλασικό Τραγούδι: Η Αισθητική της “Mélodie” έναντι του “Lied”
Είναι απαραίτητο σε κάθε περίπτωση να διαχωριστεί η ιστορική θέση του Notre amour από την αντίστοιχη γερμανική παράδοση. Ενώ οι Γερμανοί συνθέτες εστίαζαν συχνά στην ψυχολογική σύγκρουση, ο Fauré και οι σύγχρονοί του επιδίωκαν την αίσθηση του εφήμερου. Η συνεργασία του Fauré με τον Silvestre δεν ήταν τυχαία. Ο Silvestre ανήκε στους “Parnassiens”, μια ομάδα ποιητών που πίστευαν στην “τέχνη για την τέχνη” και στην τεχνική τελειότητα.
Το Notre amour αντικατοπτρίζει αυτή την τάση. Η δομή του είναι στροφική, αλλά η μελωδική του γραμμή παρουσιάζει μια συνεχή ανέλιξη. Η Marlis Petersen, αντιλαμβανόμενη αυτή την ιστορική λεπτομέρεια, χρησιμοποιεί ένα βιμπράτο που είναι ελεγχόμενο και στενό, επιτρέποντας στις αρμονικές αλλαγές του πιάνου να ακουστούν με διαύγεια. Η ιστορική κριτική έχει συχνά επισημάνει ότι ο Fauré συχνά, απαιτούσε από τον ερμηνευτή, μια “αριστοκρατική αυτοσυγκράτηση”, μια ποιότητα που η Petersen κατέχει και εφαρμόζει.
Marlis Petersen: Notre amour, μια σαφή μουσική πειθαρχία
Στο Op. 23 No. 2, παρατηρούμε την εφαρμογή της “Fauréan” αρμονίας: μια χρήση της τροπικότητας (modality) που δανείζεται στοιχεία από το γρηγοριανό μέλος, ενταγμένα όμως σε ένα κοσμικό πλαίσιο. Αυτό το στοιχείο καθιστά το έργο προάγγελο των αναζητήσεων που θα έκαναν αργότερα ο Debussy και ο Ravel.
Η Marlis Petersen, έχοντας μελετήσει σε βάθος τη γερμανική σχολή, μεταφέρει στο Notre amour μια σαφή μουσική πειθαρχία. Η προσέγγισή της δεν είναι “γαλλική” με την παραδοσιακή έννοια της αέρινης ασάφειας, αλλά περισσότερο “αρχιτεκτονική”. Αναδεικνύει τις εσωτερικές γραμμές της σύνθεσης, δίνοντας έμφαση στις διαστήματα που ο Fauré επιλέγει για να τονίσει συγκεκριμένες λέξεις της ποίησης του Silvestre.
Το Κλασικό Τραγούδι και η Θέση του στην κλασική μουσική 20ού αιώνα
Παρόλο που το έργο γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, η επίδρασή του στην κλασική μουσική 20ού αιώνα υπήρξε καταλυτική. Ο Fauré δίδαξε συνθέτες όπως η Nadia Boulanger και ο Maurice Ravel, μεταφέροντας τους την αρχή της συνθετικής διαχείρισης.
Η επιλογή της Marlis Petersen να περιλάβει αυτό το έργο στο ρεπερτόριό της, υπογραμμίζει τη διαχρονικότητα της μουσικής του Fauré. Η σύγχρονη έρευνα γύρω από τις πηγές του έργου επιβεβαιώνει ότι ο συνθέτης έκανε ελάχιστες αλλαγές στο αρχικό χειρόγραφο, γεγονός που υποδηλώνει μια ξεκάθαρη συνθετική πρόθεση από την αρχή.
Επιμύθιο
Οι πρώτες κριτικές της εποχής για το Op. 23 αναφέρονταν στη “φρεσκάδα” και την “ιδιαιτερότητα” της μελωδικής γραμμής του Fauré. Σε αντίθεση με τις οπερετικές άριες που κυριαρχούσαν στα παρισινά σαλόνια, το Notre amour απαιτούσε ένα διαφορετικό είδος προσοχής, μια εσωτερική εγρήγορση.
Ο ίδιος ο Fauré, σε επιστολές του, εξέφραζε συχνά την επιθυμία οι ερμηνευτές να μην “αισθηματοποιούν” (sentimentallize) τη μουσική του. Ήθελε μια απόδοση που να σέβεται την ακρίβεια των αξιών και την καθαρότητα του τόνου. Η ερμηνεία της Marlis Petersen ευθυγραμμίζεται με αυτή την επιθυμία. Η φωνή της λειτουργεί ως όργανο που εντάσσεται στο σύνολο, αποφεύγοντας τον πρωταγωνιστικό ναρκισσισμό που συχνά συναντάται σε ερμηνείες του 19ου αιώνα.
Η μελέτη των χειρογράφων του Fauré αποκαλύπτει μια σχολαστική προσοχή στη δυναμική. Στο Notre amour, οι ενδείξεις είναι συχνά διακριτικές, αφήνοντας στον ερμηνευτή το περιθώριο να αναδείξει τις αποχρώσεις μέσα από την ποιότητα του ήχου και όχι μέσω των ποικιλμάτων. Αυτό το στοιχείο αποτελεί τη γέφυρα προς τον ιμπρεσιονισμό, όπου η χροιά του ήχου αποκτά την ίδια σημασία με τη νότα.





















