Η κλασική μουσική στην Ελλάδα

Αρχική / Κλασική Μουσική / Ο Arnold Schoenberg στον λαβύρινθο του Maeterlinck: Η γέννηση του Pelleas und Melisande, op. 5

Ο Arnold Schoenberg στον λαβύρινθο του Maeterlinck: Η γέννηση του Pelleas und Melisande, op. 5

Φωτογραφία του συνθέτη Arnold Schoenberg

Arnold Schoenberg, Η γέννηση του Pelleas und Melisande

Η αυγή του 20ού αιώνα στη Βιέννη χαρακτηρίστηκε από μια έντονη δημιουργική ανησυχία, όπου η παράδοση της γερμανικής συμφωνικής γραφής αναζητούσε απεγνωσμένα νέες διόδους έκφρασης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το 1902, ο Arnold Schoenberg στρέφει το βλέμμα του προς το συμβολιστικό δράμα του Maurice Maeterlinck, Pelléas et Mélisande, καθώς το συγκεκριμένο έργο είχε ήδη γοητεύσει την ευρωπαϊκή καλλιτεχνική ελίτ, αποτελώντας την πρώτη ύλη για δημιουργούς όπως ο Gabriel Fauré και ο Claude Debussy.

Από την αρχική σύλληψη στην ορχηστρική παρτιτούρα

Η ιστορία του έργου ξεκινά με μια παρεξήγηση ή, ορθότερα, μια παράλειψη ενημέρωσης. Ο Richard Strauss, ο οποίος εκείνη την περίοδο λειτουργούσε ως άτυπος μέντορας του νεαρού Schoenberg, ήταν εκείνος που του υπέδειξε το κείμενο του Maeterlinck ως ιδανικό θέμα για μια όπερα. Ο Schoenberg, αγνοώντας πλήρως ότι ο Debussy εργαζόταν ήδη πάνω στην ομότιτλη όπερά του στο Παρίσι, ξεκίνησε να σχεδιάζει το έργο.

Σύντομα όμως, η αρχική ιδέα για ένα λυρικό δράμα εγκαταλείφθηκε. Ο συνθέτης ένιωσε πως η πολυπλοκότητα των ψυχικών διακυμάνσεων των ηρώων θα αποδιδόταν με μεγαλύτερη ακρίβεια μέσα από την απόλυτη ελευθερία που προσφέρει η ορχηστρική μουσική. Έτσι, το διάστημα μεταξύ Ιουλίου 1902 και Φεβρουαρίου 1903, ολοκλήρωσε το Pelleas und Melisande, op. 5, ένα συμφωνικό ποίημα που έμελλε να αποτελέσει ένα από τα οριακά σημεία της κλασικής μουσικής πριν από την πλήρη αποδέσμευση από το τονικό κέντρο.

Το έργο είναι γραμμένο για μια γιγαντιαία ορχήστρα, τυπική της ύστερης ρομαντικής περιόδου, που περιλαμβάνει τετραπλά ξύλινα πνευστά, οκτώ κόρνα και μια εκτεταμένη ομάδα κρουστών. Παρά την ενιαία δομή του, η οποία διαρκεί περίπου σαράντα πέντε λεπτά, ο Schoenberg ενσωμάτωσε στο εσωτερικό του τα χαρακτηριστικά μιας τετραμερούς συμφωνίας.

Στην παρτιτούρα του Pelleas und Melisande, ο Schoenberg χρησιμοποιεί με ρηξικέλευθο τρόπο το glissando των τρομπονιών, μια τεχνική που εκείνη την εποχή θεωρήθηκε σχεδόν σκανδαλώδης. Η χρήση των καθαρών τετάρτων και η διεύρυνση της χρωματικής αρμονίας καταδεικνύουν την πρόθεσή του να εξαντλήσει τα όρια του συστήματος που κληρονόμησε από τον Wagner και τον Strauss.

Η πρεμιέρα του έργου στην Βιέννη και οι αντιδράσεις

Η πρώτη εκτέλεση του έργου δόθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1905 στη Musikverein της Βιέννης, υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Η υποδοχή ήταν κάθε άλλο παρά θερμή. Η συντηρητική βιεννέζικη κοινωνία, συνηθισμένη σε πιο ξεκάθαρες μελωδικές γραμμές, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν τοίχο ηχητικής πληροφορίας που την ξεπερνούσε.

Ο κριτικός Ludwig Karpath έφτασε στο σημείο να προτείνει στον Schoenberg να τεθεί υπό περιορισμό, ενώ άλλοι συνέκριναν την εμπειρία της ακρόασης με μια «εγχείρηση χωρίς αναισθητικό». Παρόλα αυτά, ο Gustav Mahler, ο οποίος παρευρέθηκε στην πρεμιέρα, αναγνώρισε αμέσως την ιδιοφυΐα του νεαρού δημιουργού, παρά το γεγονός ότι ομολόγησε πως δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την πολυπλοκότητα της παρτιτούρας.

Ιστορικές διασταυρώσεις και αμοιβαία άγνοια

Είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παράδοξα της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα το γεγονός ότι τρεις κορυφαίοι συνθέτες ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς να επηρεαστούν άμεσα ο ένας από τον άλλον. Ενώ ο Debussy αναζητούσε την αφαίρεση και τον υπαινιγμό, ο Schoenberg επέλεξε τον δρόμο της αντιστικτικής πολυπλοκότητας.

Ο ίδιος ο Schoenberg, χρόνια αργότερα, σημείωσε στα δοκίμιά του πως η προσέγγισή του ήταν καθαρά συμφωνική και όχι περιγραφική. Δεν τον ενδιέφερε η εικονοποίηση των σκηνών του Maeterlinck, αλλά η μεταφορά των εσωτερικών συγκρούσεων σε ένα καθαρά μουσικό επίπεδο. Η χρήση των Leitmotifs, αν και θυμίζει την τεχνική του Wagner, χρησιμοποιείται εδώ με μια νέα λογική, όπου τα μοτίβα εναλλάσσονται διαρκώς μέσω της αντιστικτικής επεξεργασίας.

Το Pelleas und Melisande είναι ίσως το τελευταίο μεγάλο προπύργιο του Schoenberg πριν από την οριστική μετάβαση στον εξπρεσιονισμό και, αργότερα, στο δωδεκαφθογγικό σύστημα. Είναι το έργο όπου ο συνθέτης αποδεικνύει την απόλυτη κυριαρχία του πάνω στις παραδοσιακές φόρμες, την ίδια στιγμή που τις υποσκάπτει εκ των έσω.

Σε αντίθεση με το προγενέστερο Verklärte Nacht, όπου η επιρροή του Brahms και του Wagner ήταν ακόμη ευδιάκριτη, στο Pelleas ο Schoenberg αρχίζει να διαμορφώνει έναν προσωπικό ιδιωματισμό που απαιτεί από τον ακροατή μια διαφορετική ποιότητα προσοχής. Η πυκνή υφή της παρτιτούρας και η συνεχής εξέλιξη των θεμάτων προαναγγέλλουν τη «χειραφέτηση της διαφωνίας» που θα ακολουθήσει λίγα χρόνια μετά.

The20thCenturyClassical.gr

Ετικέτα: