Max Reger: Το Χρονικό ενός Προαναγγελθέντος Τέλους και το Op. 146
Η Κλασική Μουσική σε μια Ευρώπη που Φλέγεται
Το 1915, ο Max Reger είναι ένας άνθρωπος που μοιάζει να τρέχει πιο γρήγορα από τον χρόνο του. Εγκατεστημένος στο Meiningen, μακριά από τη θορυβώδη Λειψία, προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του. Η υγεία του είναι ήδη κλονισμένη από την υπερεργασία και τις καταχρήσεις, ενώ η σκιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου βαραίνει την καθημερινότητά του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον της γενικευμένης κατάρρευσης, ο Reger ξεκινά τη σύνθεση του για Κλαρινέτο και Κουαρτέτο Εγχόρδων.
Το πρώτο μέρος, το Moderato ed amabile, ολοκληρώνεται σε μια περίοδο όπου ο συνθέτης αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί στο κοινό του. Οι επιστολές του εκείνης της εποχής φανερώνουν έναν άνθρωπο που επιζητά τη συμφιλίωση. Δεν τον ενδιαφέρει πλέον να εντυπωσιάσει με την πολυπλοκότητα που τον έκανε διάσημο και μισητό ταυτόχρονα. Ζητά κάτι άλλο: μια επιστροφή σε μια καθαρότητα που ο ίδιος ένιωθε ότι είχε χαθεί από την κλασική μουσική 20ού αιώνα.
Το Meiningen και η Τελευταία Άνοιξη
Η επιλογή του Meiningen ως καταφυγίου δεν ήταν τυχαία. Η πόλη διέθετε μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες της Ευρώπης, και ο Max Reger, ως διευθυντής της για ένα διάστημα, είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς με τους μουσικούς της. Η παρουσία του κλαρινετίστα Philipp Dreisbach υπήρξε καθοριστική. Ο Reger έβλεπε στο πρόσωπό του τον ιδανικό εκφραστή για το Op. 146.
Τον Μάιο του 1915, ο συνθέτης γράφει στον εκδότη του ότι το έργο αυτό είναι «ό,τι καλύτερο έχει γράψει ποτέ». Η πεποίθηση αυτή δεν πηγάζει από κάποια τεχνική υπεροχή, αλλά από μια αίσθηση γαλήνης που ο ίδιος σπάνια είχε γευτεί. Η ιστορία κατέγραψε ότι ο Max Reger διόρθωνε τα δοκίμια του Κουιντέτου στο ξενοδοχείο του στη Λειψία, λίγες μόλις ώρες πριν τον βρει ο θάνατος από ανακοπή καρδιάς, στις 11 Μαΐου 1916. Το έργο βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι του, ολοκληρωμένο, σαν μια έτοιμη παρακαταθήκη.
Αποχαιρετισμός σε μια Ευρώπη…
Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε τον Νοέμβριο του 1916, μήνες μετά την κηδεία του συνθέτη. Το κοινό που παρευρέθηκε στην αίθουσα ένιωσε μια αμηχανία. Ο Reger που ήξεραν, ο οργισμένος, ο δύστροπος, ο πληθωρικός, είχε δώσει τη θέση του σε έναν δημιουργό που μιλούσε με χαμηλόφωνη ευγένεια. Το Moderato ed amabile δεν είχε τις εξάρσεις που περίμεναν οι οπαδοί του μοντερνισμού.
Οι κριτικοί της εποχής διχάστηκαν. Κάποιοι είδαν στο έργο μια υποχώρηση, μια αδυναμία του Reger να συνεχίσει τον δρόμο της ριζοσπαστικής ανατροπής. Άλλοι, όμως, διέκριναν μια προφητική ηρεμία. Ο ίδιος ο συνθέτης, λίγο πριν πεθάνει, είχε δηλώσει πως το έργο αυτό ήταν «ένα χαμόγελο μέσα στα δάκρυα του πολέμου». Η ιστορική πραγματικότητα της εποχής, με τα μέτωπα του πολέμου να καταπίνουν μια ολόκληρη γενιά, έκανε το Op. 146 να ακούγεται στα αυτιά των συγχρόνων του ως ένας αποχαιρετισμός σε μια Ευρώπη που δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.
Η Θέση του Έργου στην Ιστορία της Κλασικής Μουσικής
Στο ευρύτερο πλαίσιο της κλασικής μουσικής, το Op. 146 του Max Reger στέκεται ως ένα ορόσημο αξιοπρέπειας. Δεν προσπάθησε να ακολουθήσει τις τάσεις της εποχής, ούτε να επιβληθεί με τη βία της καινοτομίας. Η επιμονή του Reger να ολοκληρώσει αυτό το έργο, παρά την εξάντλησή του, δείχνει τη σημασία που απέδιδε στην επικοινωνία με τον ακροατή σε ένα επίπεδο ανθρώπινο και άμεσο.
Το Moderato ed amabile παραμένει μια από τις πιο ειλικρινείς στιγμές της γερμανικής παράδοσης. Είναι η στιγμή που ένας από τους πιο παρεξηγημένους δημιουργούς του 20ού αιώνα αποφάσισε να αφήσει στην άκρη τις μάσκες του δασκάλου και του επαναστάτη, για να μιλήσει για την απλότητα της ύπαρξης. Το γεγονός ότι αυτό το έργο ήταν το τελευταίο του, προσδίδει σε κάθε του φράση μια ιστορική βαρύτητα που ξεπερνά τα όρια μιας απλής σύνθεσης μουσικής δωματίου.





















