Elliott Carter: Η διαρκής κίνηση στο Allegro Scorrevole και η κλασική μουσική του 20ού αιώνα
Η εργογραφία του Elliott Carter μοιάζει με έναν ζωντανό οργανισμό που αρνείται να σταματήσει. Αν αναζητούσε κανείς το απόσταγμα αυτής της ορμής, θα το έβρισκε στο Allegro Scorrevole, το τελευταίο μέρος της Συμφωνίας του για τρεις ορχήστρες (Symphonia: sum fluxae pretium spei). Γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν ο συνθέτης διήνυε ήδη την ένατη δεκαετία της ζωής του, το έργο αυτό αποτελεί ορόσημο για την κλασική μουσική του 20ού αιώνα, αποδεικνύοντας ότι η πολυπλοκότητα μπορεί να μεταφραστεί σε καθαρή ενέργεια.
Η γέννηση μιας ορχηστρικής πρόκλησης
Το 1993, ο Elliott Carter ξεκίνησε τη σύνθεση της Symphonia, ενός έργου μεγάλης κλίμακας που ολοκληρώθηκε το 1996. Το Allegro Scorrevole δεν είναι απλώς ένας επίλογος, αλλά μια αυτόνομη δήλωση. Ο τίτλος, που στα ιταλικά σημαίνει «γρήγορα και με συνεχή ροή», περιγράφει με ακρίβεια την αίσθηση που αποκομίζει ο ακροατής: μια μουσική που γλιστράει, που τρέχει χωρίς να σκοντάφτει σε σταθερά σχήματα.
Ο Carter εμπνεύστηκε από το λατινικό ποίημα του Richard Crashaw, Bulla (Η Φυσαλίδα). Η εικόνα μιας φυσαλίδας που επιπλέει στον αέρα, αντανακλώντας το φως πριν τελικά σκάσει, αποτέλεσε το έναυσμα για τη δημιουργία μιας μουσικής που δίνει την αίσθηση του εφήμερου και του διαρκώς μεταβαλλόμενου. Στην ιστορία της κλασικής μουσικής, λίγα έργα καταφέρνουν να διατηρήσουν τέτοια ταχύτητα χωρίς να γίνονται χαοτικά.
Η στρατηγική των οργάνων στην κλασική μουσική του 20ού αιώνα
Στο Allegro Scorrevole, ο Elliott Carter δεν χρησιμοποιεί την ορχήστρα ως μια ενιαία μάζα ήχου. Αντιθέτως, χωρίζει τα σύνολα με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούνται διαφορετικά επίπεδα δραστηριότητας. Οι μουσικοί καλούνται να διαχειριστούν ταχύτητες που συχνά μοιάζουν ανεξάρτητες μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι, ένα ιδιαίτερο ηχητικό πλέγμα.
- Τα έγχορδα: Διατηρούν μια συνεχή, λεπτή κίνηση που αποτελεί το υπόβαθρο του έργου.
- Τα πνευστά: Παρεμβαίνουν με σύντομες, αιχμηρές φράσεις που αλλάζουν την κατεύθυνση της ακρόασης.
- Τα κρουστά: Προσθέτουν σημεία στίξης, ορίζοντας τον χρόνο χωρίς να επιβάλλουν έναν παραδοσιακό ρυθμό.
Αυτή η προσέγγιση διαφοροποιεί τον Carter από τους προγενέστερους συνθέτες. Ενώ στον 19ο αιώνα η ορχήστρα αναζητούσε την ένωση, στην κλασική μουσική του 20ού αιώνα και ειδικά στον Carter, η έμφαση δίνεται στην ατομικότητα των μερών που συμπλέκονται σε μια κοινή πορεία.
Ο χρόνος ως υλικό σύνθεσης
Για τον Elliott Carter, ο χρόνος δεν ήταν μια σειρά από ίσα χτυπήματα, αλλά μια ελαστική έννοια. Στο Allegro Scorrevole, εφαρμόζει την τεχνική των μεταβολών της ταχύτητας με τρόπο που ο ακροατής αισθάνεται τη μουσική να επιταχύνει ή να επιβραδύνει οργανικά. Δεν υπάρχουν απότομες διακοπές. Η ροή είναι αδιάλειπτη, γεγονός που απαιτεί από τους μουσικούς τρομερή ακρίβεια στον συντονισμό τους.
Ο ίδιος ο συνθέτης είχε δηλώσει πως τον ενδιέφερε η «εμπειρία της ροής». Στο συγκεκριμένο έργο, αυτή η εμπειρία γίνεται σχεδόν σωματική. Ο μέσος ακροατής, ακόμα και χωρίς γνώσεις θεωρίας, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται μπροστά σε κάτι που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά διατηρεί μια εσωτερική λογική. Είναι μια μουσική που απαιτεί εγρήγορση, καθώς οι λεπτομέρειες εμφανίζονται και χάνονται σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Η θέση του έργου στο σύγχρονο ρεπερτόριο
Η πρεμιέρα του πλήρους έργου δόθηκε από τη Φιλαρμονική του BBC υπό τη διεύθυνση του Oliver Knussen το 1997. Οι κριτικοί και το κοινό αναγνώρισαν αμέσως ότι το Allegro Scorrevole αποτελούσε μια κορυφαία στιγμή της ύστερης περιόδου του Elliott Carter. Παρά τη φήμη του συνθέτη για «δύσκολη» μουσική, το συγκεκριμένο κομμάτι διαθέτει μια φωτεινότητα και μια ζωντάνια που το καθιστούν προσιτό.
Συχνά, η κλασική μουσική του 20ού αιώνα κατηγορείται για εσωστρέφεια. Ο Elliott Carter εδώ κάνει το αντίθετο: στρέφεται προς τα έξω. Το έργο έχει εκτελεστεί από κορυφαίες ορχήστρες παγκοσμίως, όπως η Συμφωνική του Σικάγο και η Φιλαρμονική του Βερολίνου, αποδεικνύοντας ότι η τεχνική αρτιότητα μπορεί να συμβαδίσει με την καλλιτεχνική ουσία.
Ιστορικό πλαίσιο και επιρροές
Ο Elliott Carter, έχοντας μαθητεύσει δίπλα στη Nadia Boulanger στο Παρίσι τη δεκαετία του 1930, κουβαλούσε την παράδοση του νεοκλασικισμού, την οποία όμως μεταμόρφωσε ριζικά. Στο Allegro Scorrevole, διακρίνει κανείς την δωρικότητα της δημιουργίας που διδάχθηκε στην Ευρώπη, συνδυασμένη με την αμερικανική τόλμη για πειραματισμό.
Το έργο γράφτηκε σε μια εποχή που πολλοί συνθέτες επέστρεφαν σε πιο απλοϊκές φόρμες (όπως ο μινιμαλισμός). Ο Elliott Carter παρέμεινε πιστός στην ιδέα ότι η σύγχρονη ζωή είναι περίπλοκη και η μουσική οφείλει να αντανακλά αυτή την πραγματικότητα. Το Allegro Scorrevole είναι η απάντησή του στον θόρυβο και την ταχύτητα της πληροφορίας στα τέλη του προηγούμενου αιώνα.
Η αξία ενός μουσικού έργου κρίνεται από την αντοχή του στον χρόνο και την ικανότητά του να προκαλεί το ενδιαφέρον νέων γενιών. Το Allegro Scorrevole δεν ακούγεται σαν ένα μουσειακό είδος της δεκαετίας του ’90. Η φρεσκάδα του πηγάζει από την άρνηση του Carter να χρησιμοποιήσει κλισέ. Κάθε νότα έχει λόγο ύπαρξης και κάθε παύση λειτουργεί ως ανάσα πριν την επόμενη κίνηση.
Για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν την κλασική μουσική του 20ού αιώνα πέρα από τα καθιερωμένα ονόματα όπως ο Stravinsky ή ο Schoenberg, το Allegro Scorrevole του Elliott Carter είναι το ιδανικό σημείο εισόδου. Πρόκειται για μια μουσική που δεν προσπαθεί να διδάξει, αλλά να παρασύρει. Είναι η απόδειξη ότι η δημιουργικότητα δεν γνωρίζει ηλικιακά όρια και ότι η ορχήστρα παραμένει, ακόμα και σήμερα, το πιο ευέλικτο εργαλείο παραγωγής σύγχρονου πολιτισμού.
Η ακρόαση του έργου αυτού είναι μια άσκηση προσοχής. Σε έναν κόσμο που αποσπάται εύκολα, η μουσική του Elliott Carter προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία για εστίαση σε κάτι που εξελίσσεται ζωντανά μπροστά μας, γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές, χωρίς ποτέ να χάνει τον δρόμο του.




















