Η στροφή του György Ligeti και η κλασική μουσική 20ού αιώνα
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο György Ligeti βρισκόταν σε μια περίοδο όπου αναζητούσε έναν νέο τρόπο σύνθεσης, μακριά από τα δόγματα της απόλυτης αφαίρεσης αλλά και της επιστροφής στον ρομαντισμό. Το Κοντσέρτο για Βιολί αποτελεί τον καρπό αυτής της αναζήτησης. Ο Ούγγρος δημιουργός χρησιμοποίησε την εμπειρία του από τα μαθηματικά, τη γεωμετρία και τη λαϊκή παράδοση της πατρίδας του για να φτιάξει ένα έργο που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στην κλασική μουσική.
Το τέταρτο μέρος, με τον τίτλο Passacaglia (Lento intenso), αποτελεί το κέντρο βάρους του έργου. Ο Ligeti επιλέγει μια φόρμα που μετρά αιώνες ζωής και την τοποθετεί σε ένα περιβάλλον όπου οι ήχοι μοιάζουν να λιώνουν και να ανασυντίθενται.
Η μηχανική της Passacaglia στο Lento intenso
Η πασακάλια παραδοσιακά στηρίζεται στην επανάληψη μιας γραμμής στα μπάσα όργανα. Ο György Ligeti διατηρεί αυτή την ιδέα, αλλά την εφαρμόζει με έναν τρόπο που θυμίζει τα οπτικά παράδοξα του χαράκτη M.C. Escher. Ενώ η μουσική δίνει την αίσθηση ότι ανεβαίνει διαρκώς σε ύψος, η βάση παραμένει σταθερή, δημιουργώντας μια ακουστική ψευδαίσθηση.
Η ένδειξη Lento intenso καθορίζει τον χαρακτήρα: αργός ρυθμός, αλλά με μια εσωτερική πίεση που αυξάνεται σταδιακά. Εδώ δεν υπάρχει η κλασική ανάπτυξη μιας μελωδίας. Υπάρχουν ηχητικά στρώματα που το ένα επικάθεται στο άλλο.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά και τεχνικά στοιχεία αυτού του μέρους είναι η παρουσία των πνευστών. Ο Ligeti εντάσσει στην ορχήστρα τέσσερις οκαρίνες. Πρόκειται για απλά, λαϊκά πνευστά που παράγουν έναν ιδιαίτερο ήχο.
Αυτή η επιλογή αναδεικνύει την επιθυμία του συνθέτη να ξεφύγει από τον τυποποιημένο ορχηστρικό ήχο. Οι οκαρίνες δίνουν μια αίσθηση αρχαϊκή, σαν η μουσική να έρχεται από έναν μακρινό χρόνο, συνδυασμένη όμως με τη σύγχρονη γραφή.
Το Scordatura και οι “φυσικοί” ήχοι
Στο μέρος αυτό, ο György Ligeti εφαρμόζει την τεχνική scordatura. Ζητά από το σόλο βιολί και ορισμένα έγχορδα της ορχήστρας να αλλάξουν το κούρδισμα των χορδών τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ακούγονται νότες που βρίσκονται “ανάμεσα” στα διαστήματα που έχουμε συνηθίσει να ακούμε στο πιάνο.
Η συγκεκριμένη επιλογή βασίζεται στη μελέτη του Ligeti πάνω στη φυσική των ήχων. Ήθελε να φέρει στο προσκήνιο την καθαρότητα των φυσικών αρμονικών, οι οποίες στην παραδοσιακή μουσική συχνά θυσιάζονται για χάρη του συγκερασμένου κουρδίσματος. Στην Passacaglia, αυτό δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που ξενίζει, καθώς το αυτί του ακροατή έρχεται αντιμέτωπο με ένα νέο ηχητικό σύστημα.
Η πορεία του κοντσέρτου προς την τελική του μορφή δεν ήταν εύκολη. Η πρώτη παρουσίαση έγινε το 1990 στην Κολωνία με τρία μέρη. Ο György Ligeti, όμως, έκρινε ότι το αποτέλεσμα ήταν ηχητικά φτωχό και δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του. Μεταξύ 1990 και 1992, προχώρησε σε μια ριζική αναθεώρηση.
Αντικατέστησε τα χάλκινα πνευστά με ένα πιο ευέλικτο σύνολο και πρόσθεσε δύο ακόμα μέρη, ένα εκ των οποίων είναι η Passacaglia. Η τελική εκδοχή παρουσιάστηκε το 1992 από τον Saschko Gawriloff και το Ensemble InterContemporain υπό τη διεύθυνση του Pierre Boulez. Το 1993, το έργο τιμήθηκε με το βραβείο Grawemeyer, γεγονός που το εδραίωσε αμέσως στο παγκόσμιο ρεπερτόριο.
Η επιρροή της τρανσυλβανικής κληρονομιάς
Αν και το έργο είναι γραμμένο με σύγχρονες αντιλήψεις, ο Ligeti ενσωματώνει μνήμες από τα παιδικά του χρόνια στην Τρανσυλβανία. Η Passacaglia φέρει ίχνη από τα μοιρολόγια και τους τελετουργικούς χορούς της περιοχής. Δεν πρόκειται για αντιγραφή λαϊκών μοτίβων, αλλά για την ενσωμάτωση της “τραχύτητας” εκείνης της μουσικής μέσα σε ένα λόγιο πλαίσιο. Αυτό προσδίδει στο έργο μια γειωμένη ποιότητα, απομακρύνοντάς το από τις θεωρητικές αναζητήσεις των προηγούμενων δεκαετιών.
Όσο για το συγκεκριμένο μέρος του κοντσέρτου θεωρείται μια από τις πιο επιτυχημένες στιγμές της μουσικής του τέλους του 20ού αιώνα. Ο λόγος βρίσκεται στην ικανότητα του Ligeti να δημιουργεί ένταση μέσω της λιτής σύνθεσης. Δεν χρησιμοποιεί περιττά στοιχεία. Κάθε νότα και κάθε επιλογή οργάνου έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης.





















