Κλασική μουσική 20ού αιώνα: Η ανάδυση μιας νέας δημιουργικής παρουσίας
Στις 15 Ιουνίου 1933, η Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου, υπό τη διεύθυνση του Frederick Stock, παρουσίασε τη Συμφωνία σε Μι ελάσσονα μιας δημιουργού από το Άρκανσο. Η στιγμή εκείνη δεν αποτέλεσε απλώς την πρεμιέρα ενός νέου έργου, αλλά την πρώτη φορά που ένας μείζων αμερικανικός μουσικός οργανισμός εμπιστεύτηκε το πόντιουμ σε μια σύνθεση γραμμένη από Αφροαμερικανίδα γυναίκα. Η Florence Price, έχοντας μετακομίσει στον Βορρά κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης για να ξεφύγει από τις φυλετικές εντάσεις του Νότου, κατέθεσε ένα έργο που έμελλε να επαναπροσδιορίσει τα όρια της εγχώριας λόγιας παράδοσης.
Η Διαδρομή προς το Auditorium Theatre και ο Διαγωνισμός Wanamaker
Η γένεση της Πρώτης Συμφωνίας συνδέεται άρρηκτα με τον θεσμό των βραβείων Wanamaker Foundation Awards του 1932. Σε μια εποχή που η αμερικανική κλασική μουσική αναζητούσε εναγωνίως την ταυτότητά της μακριά από την ευρωπαϊκή κηδεμονία, ο διαγωνισμός αυτός λειτούργησε ως καταλύτης. Η Florence Price υπέβαλε το έργο της και απέσπασε το πρώτο βραβείο, λαμβάνοντας ένα χρηματική έπαθλο πεντακοσίων δολαρίων, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για τα δεδομένα της Μεγάλης Ύφεσης.
Η επιτυχία αυτή δεν ήταν τυχαία. Η Florence Price διέθετε στέρεες ακαδημαϊκές βάσεις, έχοντας φοιτήσει στο New England Conservatory δίπλα σε προσωπικότητες όπως ο George Chadwick. Η σύνθεση της Πρώτης Συμφωνίας ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1931, εν μέσω προσωπικών δυσκολιών και οικονομικής αβεβαιότητας, και ολοκληρώθηκε το 1932. Η επιλογή του Frederick Stock να συμπεριλάβει το έργο στο πρόγραμμα της Παγκόσμιας Έκθεσης του Σικάγου (Century of Progress Exhibition) προσέδωσε στη δημιουργό μια ορατότητα που ελάχιστοι ομότεχνοί της απολάμβαναν τότε.
Ενορχηστρωτικά Πρότυπα και η Ενσωμάτωση της Αφροαμερικανικής Παράδοσης
Στην Πρώτη Συμφωνία, η Florence Price χρησιμοποιεί το σχήμα της παραδοσιακής τετραμερούς δομής, ωστόσο το περιεχόμενο εκτρέπει την ακαδημαϊκή νόρμα προς νέες κατευθύνσεις. Η χρήση των πνευστών και των κρουστών δεν περιορίζεται στο να ακολουθεί τα διδάγματα του ύστερου ρομαντισμού, αλλά παράλληλα εισάγει ηχοχρώματα που παραπέμπουν στα πνευματικά εμβατήρια (spirituals) και τους ρυθμούς της εργατικής τάξης του Νότου.
Αξιοσημείωτη είναι η αντικατάσταση του παραδοσιακού Scherzo στο τρίτο μέρος από έναν χορό Juba. Ο ρυθμός αυτός, με ρίζες στις κοινότητες των σκλάβων που δεν είχαν πρόσβαση σε μουσικά όργανα και χρησιμοποιούσαν το σώμα τους ως κρουστό, εντάσσεται οργανικά στον συμφωνικό ιστό. Η Price δεν παραθέτει ακατέργαστα λαϊκά θέματα, αλλά οικοδομεί μια ιδιότυπη πολυφωνία όπου τα χάλκινα πνευστά και τα ξύλινα εναλλάσσονται σε μοτίβα που θυμίζουν την τεχνική «call and response» των αφροαμερικανικών θρησκευτικών ύμνων.
Η Αλληλογραφία με τον Serge Koussevitzky και το Ζήτημα της Αναγνώρισης
Παρά τον θρίαμβο στο Σικάγο, η πορεία της Florence Price προς τη διαρκή καθιέρωση προσέκρουσε στα θεσμικά τείχη της εποχής. Είναι ιστορικά καταγεγραμμένη η επιστολή της προς τον διευθυντή της Συμφωνικής της Βοστώνης, Serge Koussevitzky, το 1943. Σε αυτήν, η συνθέτις θέτει με αφοπλιστική ειλικρίνεια το ζήτημα της διπλής προκατάληψης που αντιμετώπιζε λόγω του φύλου και της φυλής της.
«Αγαπητέ κύριε Koussevitzky, έχω δύο μειονεκτήματα: είμαι γυναίκα και έχω αφρικανικό αίμα στις φλέβες μου».
Η επιστολή αυτή παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά τεκμήρια της κοινωνικής πραγματικότητας που περιέβαλλε την κλασική μουσική στις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του αιώνα. Αν και ο Koussevitzky δεν παρουσίασε ποτέ το έργο της, η Πρώτη Συμφωνία συνέχισε να εκτελείται από ορχήστρες της WPA (Works Progress Administration), διατηρώντας το όνομα της Price στο προσκήνιο της καλλιτεχνικής ζωής του Ιλινόις και του Μίσιγκαν.
Χειρόγραφα σε Λήθη: Η Ανακάλυψη στο St. Anne
Για πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο της Price το 1953, η Πρώτη Συμφωνία και μεγάλο μέρος του έργου της θεωρούνταν χαμένα ή παραμελημένα. Η ιστορική τύχη του έργου μεταβλήθηκε δραματικά το 2009, όταν ένα ζευγάρι που ανακαίνιζε μια εγκαταλελειμμένη εξοχική κατοικία στο St. Anne του Ιλινόις βρήκε στοίβες χειρογράφων και προσωπικών εγγράφων.
Ανάμεσα στα ευρήματα υπήρχαν παρτιτούρες που επέτρεψαν την αποκατάσταση του ορχηστρικού υλικού της Πρώτης Συμφωνίας με απόλυτη ακρίβεια. Η ανακάλυψη αυτή πυροδότησε μια παγκόσμια επαναξιολόγηση της δημιουργού, τοποθετώντας την ξανά στον κανόνα της αμερικανικής συμφωνικής εργογραφίας. Η παρτιτούρα της Πρώτης Συμφωνίας αποκαλύπτει μια συνθέτιδα που κατείχε άριστα την τέχνη της αντιστίξεως και της ανάπτυξης, αποφεύγοντας τον εξωτισμό και επιδιώκοντας μια οργανική σύζευξη των ριζών της με τη δυτική μορφολογία.
Η Πρώτη Συμφωνία δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά το κορυφαίο επίτευγμα αυτού που σήμερα ονομάζουμε Chicago Black Renaissance. Σε αντίθεση με την Αναγέννηση του Χάρλεμ που επικεντρώθηκε περισσότερο στη λογοτεχνία και την τζαζ, το κίνημα του Σικάγου είχε ισχυρό έρεισμα στη λόγια μουσική δημιουργία. Η Price, μαζί με τη Margaret Bonds, δημιούργησαν έναν πόλο έλξης για καλλιτέχνες που επεδίωκαν να εκφράσουν την αφροαμερικανική εμπειρία μέσα από τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά ιδιώματα.
Στην Πρώτη Συμφωνία, η χρήση των πεντατονικών κλιμάκων και των χαμηλωμένων βαθμίδων ενσωματώνεται με τρόπο που προαναγγέλλει τις αναζητήσεις του William Grant Still και του Aaron Copland. Η ιστορική σημασία του έργου έγκειται στην ικανότητά του να παραμένει πιστό στους κανόνες της συμφωνικής φόρμας, ενώ ταυτόχρονα εισάγει στοιχεία που μέχρι τότε θεωρούνταν ξένα προς τις αίθουσες συναυλιών.
Η αποδοχή της από τους κριτικούς του 1933 ήταν ενθουσιώδης, με την εφημερίδα The Chicago Daily News να κάνει λόγο για ένα έργο που «ανήκει δικαιωματικά στο ρεπερτόριο». Η διαδρομή της Συμφωνίας σε Μι ελάσσονα από τα αναλόγια του Σικάγου στη λήθη και τελικά στην παγκόσμια αναγνώριση αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα.





















