Άρνολντ Σένμπεργκ και ο αριθμός 13: μια υπαρξιακή σκιά στη ζωή ενός επαναστάτη
Ο Arnold Schoenberg αποτελεί μία από τις πλέον σύνθετες και πολυεπίπεδες μορφές της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα. Από τη μία, ο αμείλικτος ανατροπεύς της τονικότητας, ο θεωρητικός της αυστηρής οργάνωσης του μουσικού υλικού και ο πνευματικός πατέρας της δωδεκαφθογγικής μεθόδου. Από την άλλη, ένας άνθρωπος βαθιά εσωστρεφής, με έντονες μεταφυσικές ανησυχίες και μια επίμονη, σχεδόν εμμονική σχέση με τον αριθμό 13.
Η αποστροφή του Σένμπεργκ προς τον συγκεκριμένο αριθμό δεν ανήκε στη σφαίρα του γραφικού ή του επιφανειακά εκκεντρικού. Αντιθέτως, επηρέαζε ουσιαστικά την καθημερινότητά του, την ψυχική του ομοιόσταση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε το ίδιο του το έργο. Ο φόβος του αριθμού 13 λειτουργούσε ως μόνιμο υπόστρωμα ανησυχίας, μια αίσθηση απροσδιόριστης απειλής που δεν μπορούσε να εξουδετερωθεί ούτε από τη λογική ούτε από την αυστηρή πειθαρχία της σκέψης του.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σένμπεργκ γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1874, ένα γεγονός που ο ίδιος αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του απέφευγε συστηματικά τον αριθμό αυτό, είτε στην αρίθμηση μέτρων και καταλόγων έργων είτε σε πρακτικές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι, όταν μια αρίθμηση έφτανε στο 13, προτιμούσε να την παρακάμψει ή να την αλλάξει, χρησιμοποιώντας εναλλακτικές σημάνσεις.
Η ειρωνεία, ή ίσως η τραγική συνέπεια, είναι ότι ο άνθρωπος που οικοδόμησε ένα από τα πιο αυστηρά και ορθολογικά συστήματα μουσικής σκέψης του 20ού αιώνα παρέμενε ευάλωτος απέναντι σε μια αριθμητική δεισιδαιμονία. Αυτό αποκαλύπτει κάτι ουσιώδες για τον Σένμπεργκ. Η ανάγκη του για τάξη δεν αναιρούσε τον φόβο του απροσδιόριστου. Αντιθέτως, ενδεχομένως γεννιόταν ακριβώς από αυτόν. Η οργανωτική αυστηρότητα της μουσικής του μπορεί να ιδωθεί ως αντίβαρο σε έναν εσωτερικό κόσμο γεμάτο μεταφυσικές ανησυχίες.
Το πιο δραματικό επεισόδιο αυτής της σχέσης εκτυλίσσεται στο τέλος της ζωής του. Το 1951, ο Σένμπεργκ βρισκόταν στο εβδομηκοστό έκτο έτος της ηλικίας του, ένας αριθμός που τον ανησυχούσε ιδιαίτερα, καθώς το άθροισμα των ψηφίων του οδηγεί στο 13. Κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ήταν καταβεβλημένος, καθηλωμένος στο κρεβάτι και σε έντονη δυσθυμία. Η ημερομηνία ήταν Παρασκευή 13 Ιουλίου.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας, ο Άρνολντ Σένμπεργκ πέθανε, δεκαπέντε μόλις λεπτά πριν αλλάξει η ημερομηνία. Το γεγονός αυτό, ανεξάρτητα από κάθε μεταφυσική ερμηνεία, λειτουργεί ως συμβολικός επίλογος σε μια ζωή όπου ο φόβος του αριθμού 13 υπήρξε υπαρκτός, βιωμένος και βαθιά εσωτερικευμένος.
Η σημασία αυτής της ιστορίας δεν βρίσκεται στη δεισιδαιμονία καθαυτή, αλλά στο αναπόδραστο γεγονός ότι, ακόμη και οι πιο ριζοσπαστικοί δημιουργοί παραμένουν βαθιά ανθρώπινοι. Ο Σένμπεργκ δεν υπήρξε ένα ψυχρό πνεύμα μαθηματικής οργάνωσης. Υπήρξε ένας μουσικός δημιουργός που βρισκόταν σε συνεχή διάλογο με το άγνωστο, το καινοτόμο, καθώς με και τα όρια της ανθρώπινης αβεβαιότητας. Ίσως γι’ αυτό η μουσική του εξακολουθεί να μας αφορά τόσο βαθιά.





















