Alexander von Zemlinsky: Η εξαφάνιση και η ανάδυση της «Γοργόνας» (Die Seejungfrau)
Στις 25 Ιανουαρίου 1905, η αίθουσα Musikverein της Βιέννης φιλοξενούσε μια πρεμιέρα που θα μπορούσε να είχε αλλάξει τον χάρτη της αυστριακής συμφωνικής σκέψης. Ο Alexander von Zemlinsky παρουσίαζε το έργο του Die Seejungfrau (Η Γοργόνα), μια φαντασία για ορχήστρα βασισμένη στο παραμύθι του Hans Christian Andersen. Το ίδιο βράδυ, στην ίδια συναυλία, ο Arnold Schoenberg διηύθυνε το δικό του Pelleas und Melisande. Παρά την αρχική αποδοχή, η μοίρα του έργου του Zemlinsky υπήρξε μια από τις πιο αλλόκοτες υποθέσεις στην κλασική μουσική 20ού αιώνα.
Η ψυχολογική πίεση και η απόσυρση ενός χειρογράφου
Η δημιουργία της «Γοργόνας» το 1902-1903 δεν ήταν μια απλή καλλιτεχνική αναζήτηση, αλλά η κατάληξη μιας προσωπικής κρίσης. Ο Zemlinsky είχε μόλις βιώσει τη λήξη της σχέσης του με την Alma Schindler, η οποία τον εγκατέλειψε για να παντρευτεί τον Gustav Mahler. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραμυθιού, όπου μια απόκοσμη ύπαρξη θυσιάζεται για έναν έρωτα που δεν ευοδώνεται, φέρει ιστορικά το βάρος αυτής της απώλειας.
Ωστόσο, η πραγματική ιστορική ανωμαλία εμφανίστηκε μετά την πρεμιέρα. Ενώ το έργο έλαβε θετικές κριτικές στο Βερολίνο και τη Βιέννη, ο Alexander von Zemlinsky το απέσυρε εντελώς. Για δεκαετίες, η μουσικολογική κοινότητα θεωρούσε το έργο χαμένο ή κατεστραμμένο. Η συνθετική δωρικότητα που θα χαρακτήριζε τον ύστερο μοντερνισμό δεν είχε ακόμη επικρατήσει, και ο Zemlinsky φαίνεται πως θάφτηκε κάτω από το βάρος των δικών του αμφιβολιών και της κυριαρχίας του Schoenberg.
Η γεωγραφική διάσπαση της παρτιτούρας
Η επιβίωση του Die Seejungfrau οφείλεται σε μια σειρά από τυχαία γεγονότα που θυμίζουν αστυνομικό αίνιγμα. Ο Zemlinsky, εγκαταλείποντας την Ευρώπη το 1938 για να γλιτώσει από το ναζιστικό καθεστώς, άφησε πίσω του τμήματα του χειρογράφου.
Το πρώτο μέρος του έργου κατέληξε στη Βιέννη, ενώ το δεύτερο και το τρίτο μέρος ταξίδεψαν μαζί του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τον θάνατό του στη Νέα Υόρκη το 1942, η παρτιτούρα παρέμεινε διαμελισμένη. Μόλις τη δεκαετία του 1980, ο Βρετανός μουσικολόγος Anthony Beaumont κατάφερε να ταυτοποιήσει τα σκόρπια φύλλα στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας. Η επανένωση των μερών επέτρεψε την πρώτη σύγχρονη εκτέλεση του έργου το 1984 στο Βερολίνο, οκτώ δεκαετίες μετά την πρώτη του παρουσίαση.
Η σκιά του Mahler και η Ένωση Δημιουργικών Μουσικών
Στις αρχές του 1904, ο Zemlinsky μαζί με τον Schoenberg ίδρυσαν την Vereinigung schaffender Tonkünstler. Επίτιμος πρόεδρος ήταν ο Gustav Mahler. Η κλασική μουσική εκείνης της περιόδου βρισκόταν σε μια φάση επικράτησης των ορχηστρικών μέσων.
Ο Alexander von Zemlinsky χρησιμοποίησε μια ορχήστρα τεραστίων διαστάσεων για τη «Γοργόνα», περιλαμβάνοντας δύο άρπες και διευρυμένα πνευστά, επιδιώκοντας να αποδώσει το υδάτινο στοιχείο όχι με περιγραφική διάθεση, αλλά με μια νέα αντίληψη για την ορχηστρική υφή. Η ιστορική σημασία του έργου έγκειται στο ότι αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον υστερορομαντισμό του 19ου αιώνα και τον επερχόμενο εξπρεσιονισμό της Σχολής της Βιέννης.
Η κριτική του 1905 και η σύγκριση με τον Arnold Schoenberg
Η πρεμιέρα της 25ης Ιανουαρίου είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στιγμιότυπα της βιεννέζικης μουσικής ζωής. Ο Τύπος της εποχής αντιμετώπισε τον Zemlinsky ως τον «πιο ικανό» από τους δύο, σε σύγκριση με τον Schoenberg, του οποίου το Pelleas θεωρήθηκε ακατανόητο και χαοτικό.
Ο κριτικός Richard Specht σημείωνε τότε πως ο Zemlinsky διέθετε μια σπάνια ικανότητα να διατηρεί τη διαύγεια μέσα στον ηχητικό όγκο. Παρά ταύτα, ο Zemlinsky ένιωθε τη δημιουργική πίεση του γαμπρού του (ο Schoenberg είχε παντρευτεί την αδελφή του Zemlinsky, Mathilde). Η απόσυρση της «Γοργόνας» ερμηνεύεται από πολλούς ιστορικούς ως μια κίνηση υποχώρησης μπροστά στη ριζοσπαστικότητα του Schoenberg, ο οποίος άνοιγε τον δρόμο για την ατονικότητα, αφήνοντας τον Zemlinsky εγκλωβισμένο σε μια αισθητική που ο ίδιος φοβόταν ότι θα θεωρηθεί ξεπερασμένη.
Η σχέση με το κείμενο του Andersen και ο Mahler
Ο Zemlinsky απέφευγε τον όρο «συμφωνικό ποίημα», προτιμώντας τον τίτλο «Φαντασία». Η δομή του έργου ακολουθεί την αφήγηση του Andersen σε τρία μέρη: την εισαγωγή στον βυθό, τη θυσία της γοργόνας και την επίσκεψη στη μάγισσα της θάλασσας, και τελικά τον θάνατο και τη μεταμόρφωσή της.
Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές αναφέρουν πως ο συνθέτης αφαίρεσε ολόκληρες ενότητες πριν την πρεμιέρα, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από την απλή εικονογράφηση της ιστορίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Mahler, αν και υποστήριζε τον Zemlinsky, είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την έκταση του έργου, κάτι που πιθανώς συνέβαλε στην τελική απόφαση του συνθέτη να το αποσύρει.
Σήμερα, η «Γοργόνα» δεν θεωρείται πλέον ένα συμπληρωματικό έργο της βιεννέζικης σχολής, αλλά ένα αυτόνομο πνευματικό οικοδόμημα. Η ιστορία της εξαφάνισής του συμβολίζει την ίδια την πορεία του Zemlinsky: ενός δημιουργού που βρισκόταν πάντα στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή, αλλά επισκιαζόταν από προσωπικότητες με ισχυρότερη, ενδεχομένως, δημόσια παρουσία.
Η κλασική μουσική 20ού αιώνα θα ήταν φτωχότερη χωρίς αυτή την παρτιτούρα, η οποία διασώθηκε από σύμπτωση και επιμονή ερευνητών. Η «Γοργόνα» σηματοδοτεί το γεγονός πως η ιστορία της μουσικής δεν είναι μια ευθύγραμμη πορεία εξέλιξης, αλλά ένα πεδίο γεμάτο κρυμμένες διαδρομές και έργα που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να αναδυθούν ξανά στην επιφάνεια.





















