Κλασική Μουσική

Αρχική / Κλασική Μουσική του 20ού αιώνα / Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα

Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα

Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα

Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα ως οργανική συνέχεια της παράδοσης

Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα δεν συνιστά ρήξη αλλά εξέλιξη. Δεν εμφανίζεται ως άρνηση του παρελθόντος αλλά ως οργανική και σχεδόν βιολογική συνέχειά του. Όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, έτσι και η μουσική γλώσσα μετασχηματίζεται, διαφοροποιείται και επαναπροσδιορίζεται μέσα από τις εσωτερικές της ανάγκες και όχι ως αποτέλεσμα αυθαίρετης διάρρηξης της παράδοσης. Η ιδέα ότι ο 20ός αιώνας αποτέλεσε ένα είδος ιστορικής εκτροπής οφείλεται περισσότερο σε ιδεολογικές αναγνώσεις και λιγότερο σε ουσιαστική μουσικολογική παρατήρηση.

Ο Γκούσταβ Μάλερ αποτελεί ίσως την πιο εμβληματική φυσιογνωμία αυτής της μετάβασης. Στο έργο του διαφαίνεται με απόλυτη καθαρότητα ότι η λεγόμενη ατονικότητα δεν προκύπτει ως άρνηση του τονικού συστήματος αλλά ως έσχατη συνέπειά του. Η διάλυση της τονικής έλξης δεν είναι καταστροφή αλλά κορεσμός. Ο τόνος φτάνει σε τέτοιο βαθμό έντασης, πολυσημίας και εσωτερικής αντίφασης ώστε παύει να λειτουργεί με τους παραδοσιακούς όρους. Η υπέρβαση του τόνου και η αποδόμησή του αποτελούν δύο όψεις της ίδιας ιστορικής ανάγκης.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Μάλερ δεν προαναγγέλλει απλώς τον Σένμπεργκ ή τη Δεύτερη Σχολή της Βιέννης. Διαμορφώνει έναν ολόκληρο ψυχικό και αισθητικό ορίζοντα μέσα στον οποίο η μουσική παύει να είναι διακοσμητική ή αφηγηματική με τον παλαιό ρομαντικό τρόπο και μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής διερεύνησης. Η διάλυση της μορφής, η ρωγμή στη φραστική συνέχεια, η ειρωνεία, η μεταφυσική αγωνία και η τραγικότητα δεν είναι τεχνάσματα αλλά εσωτερικές αναγκαιότητες μιας εποχής που συνειδητοποιεί το τέλος των βεβαιοτήτων της.

Φυσικά, όπως σε κάθε ιστορική περίοδο, έτσι και στον 20ό αιώνα εμφανίζονται εξαιρέσεις. Υπάρχουν περιπτώσεις καλλιτεχνών που υιοθέτησαν μια εξεζητημένη γλώσσα χωρίς ουσιαστικό εσωτερικό περιεχόμενο. Μορφές που επιδίωξαν την εντύπωση της ρήξης χωρίς να έχουν πραγματικά βιώσει την ανάγκη της. Αυτές οι περιπτώσεις δεν συγκροτούν την ουσία του αιώνα αλλά τις παρυφές του. Συχνά πρόκειται για μιμήσεις μιας δήθεν ριζοσπαστικότητας, για αισθητικούς ακροβατισμούς που λειτουργούν περισσότερο ως χειρονομία παρά ως στοχασμός.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί και η προβληματική επίδραση ορισμένων θεωρητικών ρευμάτων, όπως εκείνων που αντλούν από μια απλουστευμένη και εν τέλει αντιεπιστημονική ανάγνωση της ψυχανάλυσης. Η μετατροπή του καλλιτεχνικού έργου σε ψυχολογικό σύμπτωμα ή σε αυθαίρετο συμβολικό κώδικα συχνά οδηγεί σε αισθητική ένδεια και όχι σε βάθος. Η τέχνη δεν λειτουργεί ως κλινικό περιστατικό ούτε ως ψυχαναλυτικό υποκατάστατο. Όταν επιχειρείται κάτι τέτοιο, το αποτέλεσμα είναι συχνά μια απονευρωμένη μορφή έκφρασης που συγχέει την αοριστία με την πολυπλοκότητα.

Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα, στην ουσία της, δεν έχει ανάγκη από τέτοιες ερμηνευτικές υπεκφυγές. Το βάθος της προκύπτει από τη δομική της συνέχεια με το παρελθόν, από τη διαλεκτική της με την ιστορία και από την εσωτερική της αναγκαιότητα. Από τον Μάλερ και τον Στραβίνσκι έως τον Μπεργκ, τον Βέμπερν και πέραν αυτών, το νήμα δεν κόβεται. Μετασχηματίζεται.

Ως ραδιόφωνο και ως χώρος λόγου, επιλέγουμε να εστιάζουμε σε αυτή ακριβώς τη γραμμή συνέχειας. Όχι στις επιφανειακές εκκεντρικότητες ούτε στις θεωρητικές μόδες, αλλά σε εκείνη τη βαθιά, οργανική εξέλιξη που καθιστά την κλασική μουσική του 20ού αιώνα όχι μια παρέκκλιση, αλλά μια αναπόφευκτη ιστορική ωρίμανση.

Ετικέτα: