Από την Τραγωδία στο Συμφωνικό Χάος
Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα δεν θα ήταν ποτέ η ίδια χωρίς την κοσμογονική ώθηση δύο αρχετυπικών εννοιών: του Απολλώνιου και του Διονυσιακού, όπως τις διατύπωσε ο φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε στο έργο του «Η Γέννηση της Τραγωδίας» (1872). Αυτές οι δύο δυνάμεις, η μία της τάξης και η άλλη του χάους, αποτέλεσαν το μεταφυσικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο διαδραματίστηκε η μετάβαση από τον ύστερο Ρομαντισμό στη νεωτερικότητα, με τους Ρίχαρντ Βάγκνερ και Γκούσταβ Μάλερ να λειτουργούν ως κομβικά σημεία αυτής της ιστορικής συνάφειας.
Η Νιτσεϊκή Διάκριση και η Αρχική Σύζευξη με τον Βάγκνερ
Ο Νίτσε, δανειζόμενος από τους αρχαίους Έλληνες θεούς, όρισε το Απολλώνιο (του Απόλλωνα, θεού του φωτός, της τάξης, της λογικής) ως την ώθηση προς τη μορφή, τη σαφήνεια, την ατομικότητα και την ονειρική ψευδαίσθηση της ομορφιάς. Στην τέχνη αντιστοιχεί στις πλαστικές τέχνες. Αντίθετα, το Διονυσιακό (του Διονύσου, θεού του οίνου, της έκστασης, της μουσικής) είναι η πρωταρχική, χαοτική, ενστικτώδης δύναμη, η οποία διαλύει την ατομικότητα και αποκαλύπτει τη βαθύτερη, επίπονη αλήθεια της ύπαρξης. Στην τέχνη, είναι η ουσία της μουσικής.
Ο φιλόσοφος υποστήριξε ότι η κορυφαία στιγμή του ελληνικού πολιτισμού, υπήρξε η αττική τραγωδία, η οποία γεννήθηκε από την αρμονική συνύπαρξη αυτών των δύο αντιτιθέμενων ορμών. Αρχικά, ο Νίτσε είδε στον φίλο και μέντορά του, Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον αναγεννητή αυτής της τραγικής τέχνης. Τα «μουσικά δράματα» του Βάγκνερ, με την αδιάκοπη μελωδική ροή τους, την τεράστια ορχηστρική τους υφή και τη θεματική τους γύρω από τον μύθο, το πάθος και τη θέληση, φάνηκαν στον Νίτσε ως η σύγχρονη εκδήλωση του Διονυσιακού πνεύματος που έσπαγε τον σωκρατικό ορθολογισμό. Η μουσική του Βάγκνερ φαινόταν να διαλύει τα όρια της ατομικότητας και να οδηγεί σε μια εκστατική, κοσμική ενότητα.
Από τον Βάγκνερ στον Μάλερ: Η Σύγκρουση και η Μετάλλαξη
Η σχέση Νίτσε-Βάγκνερ έληξε δραματικά, με τον Νίτσε να αποκηρύσσει τον συνθέτη ως σύμβολο παρακμής και ψευτο-ρομαντισμού (στο «Η Υπόθεση Βάγκνερ»). Ωστόσο, η διαλεκτική Απολλώνιου-Διονυσιακού είχε ήδη ριζώσει βαθιά στο μουσικό υποσυνείδητο.
Εδώ εισέρχεται ο Γκούσταβ Μάλερ , ένας συνθέτης που βρέθηκε στο μεταίχμιο των αιώνων και απορρόφησε την πνευματική αναταραχή της εποχής του, συμπεριλαμβανομένων των νιτσεϊκών ιδεών. Σε αντίθεση με τον Βάγκνερ, ο Μάλερ δεν επεδίωξε τη λύτρωση μέσω του μύθου ή την οριστική σύνθεση. Αντιθέτως, στις μεγαλειώδεις συμφωνίες του, το Διονυσιακό εκδηλώνεται ως κοσμικό χάος, ως η βίαιη σύγκρουση αντίθετων στοιχείων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Τρίτη Συμφωνία του, όπου στο τέταρτο μέρος μελοποιεί το «Μεσονύχτιο Άσμα» από το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε, φέρνοντας τις ιδέες του φιλοσόφου ευθέως στη συμφωνική φόρμα: την ανάγκη να ξεπεραστεί ο πόνος μέσα από την αιώνια επιστροφή και την υπέρμετρου μεγέθους χαρά (η οποία ενυπάρχει στο έκτο μέρος). Ο Μάλερ δεν προσπάθησε να επιβάλει τάξη στο χάος (Απολλώνιο) ούτε να ενωθεί ολοκληρωτικά με την έκσταση (Διονυσιακό). Αντ’ αυτού, αγκάλιασε τη σύγκρουση ως την ίδια την ουσία της ζωής και της τέχνης, δημιουργώντας ένα ηχητικό σύμπαν γεμάτο αντιθέσεις, αποσπάσματα και τεράστιες, δυσθεώρητες μορφές.
Η διονυσιακή ρήξη, η οποία ξεκίνησε με τον Βάγκνερ και έφτασε στην κορύφωσή της στον Μάλερ με την έκρηξη της συμφωνίας σε συμπαντικές διαστάσεις, άνοιξε τον δρόμο για τη ριζική ανανέωση της κλασικής μουσικής στον 20ό αιώνα.
- Η Διάλυση της Τονικότητας (Διονυσιακή Έκρηξη): Η τάση για μεγαλύτερη έκφραση και η ρήξη με την παραδοσιακή φόρμα, η οποία ήταν το χαρακτηριστικό του Διονυσιακού, οδήγησε άμεσα στον Αρνολντ Σένμπεργκ και τον δωδεκαφθογγισμό. Η άρνηση της τονικής ιεραρχίας ήταν μια «Διονυσιακή» απελευθέρωση από τους «Απολλώνιους» κανόνες της αρμονίας, απελευθερώνοντας την πρωταρχική δύναμη του ήχου.
- Η Πρωτογονικότητα του Ρυθμού (Διονυσιακός Παλμός): Συνθέτες όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκι (Ιεροτελεστία της Άνοιξης), υιοθέτησαν έναν βίαιο, πρωτογονικό ρυθμό, έναν ξεκάθαρο θρίαμβο της Διονυσιακής, ενστικτώδους ενέργειας πάνω στη μελωδική και φορμαλιστική τάξη.
- Ο Νεοκλασικισμός (Απολλώνια Αντίδραση): Ως απάντηση στο υπερβολικό πάθος και το χάος, προέκυψε και το αντίθετο ρεύμα, ο Νεοκλασικισμός. Συνθέτες επέστρεψαν στις «Απολλώνιες» αρχές της σαφήνειας, της φόρμας και της ισορροπίας (π.χ. ο Στραβίνσκι μετά την Ιεροτελεστία).
- Η Αισθητική της Σύγκρουσης: Τέλος, η επιρροή του Μάλερ και της νιτσεϊκής διαλεκτικής, εντοπίζεται στην αισθητική που αποδέχεται τη σύγκρουση, τη δυσαρμονία και την αντιφατικότητα ως αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής αλήθειας. μία αλήθεια που χαρακτηρίζει το σύνολο της μοντέρνας τέχνης.
Η διάκριση του Νίτσε μεταξύ Απολλώνιου και Διονυσιακού λειτούργησε ως καταλύτης που απελευθέρωσε τη μουσική από τα δεσμά του ύστερου Ρομαντισμού. Από την «ολική τέχνη» του Βάγκνερ μέχρι τον κοσμικό συμφωνισμό του Μάλερ, και τελικά στις ριζοσπαστικές εκφάνσεις του 20ού αιώνα, η κλασική μουσική απορρόφησε αυτή τη διαμάχη, καθιστώντας τον πόνο και την έκσταση, την τάξη και το χάος, την ίδια την πηγή της νεωτερικής της δύναμης.





















