Κλασική Μουσική

Αρχική / Κλασική Μουσική του 20ού αιώνα / Béla Bartók: Κοντσέρτο για ορχήστρα

Béla Bartók: Κοντσέρτο για ορχήστρα

Bela Bartok: Μπέλα Μπάρτοκ, Κοντσέρτο για ορχήστρα. Κλασική μουσική του 20ού αιώνα

Béla Bartók: Η Αποθέωση του Συμφωνικού Μοντερνισμού

Το Concerto for Orchestra (1943) του Béla Bartók δεν αποτελεί απλώς ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του 20ού αιώνα, αλλά μια κομβική στιγμή στη μουσική ιστορία όπου η ευρωπαϊκή παράδοση συναντά τον εθνομουσικολογικό πλούτο και η προσωπική τραγωδία μετουσιώνεται σε καλλιτεχνικό θρίαμβο. Πρόκειται για μια σύνθεση που γράφτηκε σε μια δύσκολη περίοδο για τον δημιουργό, παραταύτα, το έργο αυτό σε κάθε περίπτωση επαναπροσδιόρισε τις δυνατότητες της σύγχρονης ορχήστρας.

Εξορία και η Αναγέννηση

Το 1940, ο Béla Bartók εγκαταλείπει την Ουγγαρία, αρνούμενος να συμβιβαστεί με το φιλοναζιστικό καθεστώς. Η άφιξή του στις ΗΠΑ σηματοδοτεί μια περίοδο βαθιάς μελαγχολίας. Ο συνθέτης αισθάνεται ξένο σώμα σε μια χώρα που προτιμά τον εμπορικό εντυπωσιασμό από τη λόγια εσωτερικότητα. Η υγεία του καταρρέει λόγω της λευχαιμίας, ενώ οι πόροι διαβίωσής του εξαντλούνται.

Η παρέμβαση του Serge Koussevitzky, κατόπιν προτροπής των Joseph Szigeti και Fritz Reiner, υπήρξε σωτήρια. Η ανάθεση του έργου δεν ήταν απλώς μια οικονομική βοήθεια, αλλά μια πνευματική πρόκληση που επανέφερε τον Bartók σε δημιουργική πορεία. Το έργο γράφτηκε με πυρετώδεις ρυθμούς μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του στα βουνά Catskill της Νέας Υόρκης.

Η Ορχήστρα ως Πολυφωνικό Όργανο

Η επιλογή του τίτλου «Κοντσέρτο» αντί για «Συμφωνία» υπήρξε μια συνειδητή απόφαση. Ο Béla Bartók επεδίωκε να αναδείξει την ατομική δεξιοτεχνία κάθε οργάνου. Ενώ η Συμφωνία προϋποθέτει έναν οιονεί ομογενοποιημένο σύνολο μουσικού αποτελέσματος, το Κοντσέρτο εδώ λειτουργεί ως ένα σύνολο από σολίστες.

Ο συνθέτης εφαρμόζει μια ιδιαίτερη τεχνική ενορχήστρωσης, όπου ακόμα και τα παραδοσιακά συνοδευτικά όργανα αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η χρήση των χάλκινων πνευστών σε φουγκάτα περάσματα και οι ακραίες απαιτήσεις στα ξύλινα, προσδίδουν στο έργο μια δυναμική που παραπέμπει στα Concerti Grossi της Μπαρόκ περιόδου, ιδωμένα όμως μέσα από το πρίσμα της Κλασικής Μουσικής του 20ού αιώνα.

Béla Bartók: Η Αρχιτεκτονική της Αψίδας

Το έργο ακολουθεί μια πενταμερή δομή, μια συμμετρία που ο Bartók είχε τελειοποιήσει στα κουαρτέτα εγχόρδων του. Τα μέρη I και V είναι μεγάλης κλίμακας, τα μέρη II και IV είναι ελαφρύτερα και scherzando, ενώ το μέρος III αποτελεί τον σκοτεινό, συναισθηματικό πυρήνα.

I. Introduzione (Andante non troppo – Allegro vivace)

Το έργο ανοίγει με μια χαμηλή, ομιχλώδη μελωδία στα έγχορδα, που σταδιακά κλιμακώνεται σε ένα ορμητικό Allegro. Εδώ εισάγεται η βασική ύλη του μοτίβο, η οποία βασίζεται σε διαστήματα τετάρτης, απομακρύνοντας το άκουσμα από την παραδοσιακή τονικότητα χωρίς όμως να καταλήγει σε ατονικότητα.

II. Giuoco delle coppie

Ένα από τα πιο ευφυή δοκίμια ενορχήστρωσης. Τα πνευστά εμφανίζονται σε ζεύγη, το καθένα με το δικό του χαρακτηριστικό διάστημα: τα φαγκότα σε έκτες, τα όμποε σε τρίτες, τα κλαρινέτα σε έβδομες, τα φλάουτα σε πέμπτες και οι τρομπέτες σε δεύτερες. Μετά από ένα χορικό των χάλκινων, τα ζεύγη επανεμφανίζονται με πιο σύνθετη ενορχήστρωση, αναδεικνύοντας τη μαθηματική ακρίβεια της σκέψης του Béla Bartók.

III. Elegia (Andante non troppo)

Εδώ συναντάμε τη διαβόητη μουσική της νύχτας. Ο Bartók δημιουργεί έναν ηχητικό κόσμο που σφύζει από φυσικότητα: τρεμουλιάσματα εγχόρδων, σύντομα μοτίβα στα πνευστά που θυμίζουν φυσικούς ήχους ή θροΐσματα φύλλων. Είναι ένας θρήνος για την χαμένη πατρίδα και μια αναμέτρηση με το αναπόφευκτο τέλος.

IV. Intermezzo interrotto

Αποτελεί το πιο αφηγηματικό μέρος της σύνθεσης. Μια νοσταλγική μελωδία, που παραπέμπει σε ουγγρικό τραγούδι, διακόπτεται από μια κυνική, εμβατηριακή μουσική. Η ιστορική έρευνα επιβεβαιώνει ότι ο Bartók παρωδεί εδώ τη Συμφωνία αρ. 7 του Shostakovich, εκφράζοντας την απέχθειά του για τη χρήση της μουσικής ως προπαγάνδα ή για τον υπερβολικό συναισθηματισμό. Τα glissandi των τρομπονιών λειτουργούν ως μουσικό «γέλιο» απέναντι στην κοινοτοπία.

V. Finale (Presto)

Το κλείσιμο είναι μια επίδειξη αντιστικτικής δεινότητας. Μια διαρκής κίνηση (perpetuum mobile) που οδηγεί σε μια μεγαλοπρεπή φούγκα. Ο Bartók συνδυάζει τον ενθουσιασμό του ουγγρικού λαϊκού χορού με την αυστηρότητα της δυτικοευρωπαϊκής φόρμας, οδηγώντας την ορχήστρα σε ένα συγκλονιστικό φινάλε.

Ο παραδοσιακός ήχος εντός της Κλασικής Μουσικής

Η μεγαλοφυΐα του Bartók στο Concerto έγκειται στην ικανότητά του να ενσωματώνει το DNA της παραδοσιακής μουσικής στη λόγια σύνθεση. Δεν χρησιμοποιεί «φολκλόρ» μελωδίες ως στολίδια, αλλά υιοθετεί τις κλίμακες και τους ασύμμετρους ρυθμούς τους για να δημιουργήσει μια νέα μουσική γλώσσα. Το έργο είναι ταυτόχρονα αρχαϊκό και πρωτοποριακό, εθνικό και οικουμενικό.

Η πρεμιέρα την 1η Δεκεμβρίου 1944 στη Βοστώνη υπήρξε μια από τις σπάνιες στιγμές ομόφωνης αποδοχής ενός σύγχρονου έργου. Το κοινό και η κριτικοί αναγνώρισαν αμέσως ότι ο Bartók είχε καταφέρει να τιθασεύσει τη σκληρότητα του μοντερνισμού, προσφέροντας ένα έργο με βαθιά ανθρωπιστικό χαρακτήρα.

Παρά το γεγονός ότι ο συνθέτης απεβίωσε λιγότερο από ένα χρόνο μετά, το Concerto for Orchestra του απέδωσε μια θέση στο πάνθεον των αριστουργημάτων. Αποτελεί το απόλυτο πειστήριο ότι η κλασική μουσική του 20ού αιώνα δεν χρειάζεται να είναι απόμακρη ή ερμητική για να είναι πνευματώδης και καινοτόμος.

Ετικέτα: