Η κλασική μουσική στην Ελλάδα

Αρχική / Κλασική Μουσική 20ός αι. / Joseph Marx: Η Κλασική Μουσική του 20ού Αιώνα σε Μετάβαση

Joseph Marx: Η Κλασική Μουσική του 20ού Αιώνα σε Μετάβαση

CD εξώφυλλο του Joseph Marx: Η Κλασική Μουσική 20ού Αιώνα

Η Βιέννη του Joseph Marx και η Γέννηση του Trio-Phantasie: Adagietto

Η μουσική δημιουργία στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα συχνά περιγράφεται ως μια μάχη ανάμεσα στην παράδοση και τον ριζοσπαστισμό. Ωστόσο, στην καρδιά αυτής της καταιγίδας, ο Joseph Marx (1882–1964) επέλεξε μια δική του, μοναχική διαδρομή. Το έργο του Trio-Phantasie, και συγκεκριμένα το τμήμα Adagietto, αποτελεί ένα ιστορικό τεκμήριο μιας εποχής που αρνήθηκε να εγκαταλείψει την τονικότητα, παρά την άνοδο του δωδεκαφθογγισμού.

Η Ιστορική Συγκυρία: Η Κλασική Μουσική 20ού Αιώνα σε Μετάβαση

Το 1910, όταν ο Joseph Marx συνέθεσε το Trio-Phantasie για πιάνο, βιολί και τσέλο, η αυστριακή πρωτεύουσα βρισκόταν σε αναβρασμό. Ο Arnold Schoenberg είχε ήδη δημοσιεύσει τα πρώτα του ατονικά έργα, ενώ ο Gustav Mahler διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του. Ο Marx, ένας άνθρωπος με τεράστια θεωρητική κατάρτιση και διδακτορικό στη φιλοσοφία, δεν αγνοούσε αυτές τις εξελίξεις. Αντιθέτως, η επιλογή του να παραμείνει πιστός σε μια πλούσια, υστερορομαντική γλώσσα ήταν μια συνειδητή πράξη αισθητικής αντίστασης.

Η κλασική μουσική του 20ού αιώνα δεν ήταν ένα ενιαίο κίνημα, και ο Joseph Marx εκπροσωπούσε την πτέρυγα εκείνη που πίστευε ότι η εξέλιξη της αρμονίας δεν χρειαζόταν να οδηγήσει στην πλήρη αποδόμηση. Το Adagietto του Trio-Phantasie αντανακλά ακριβώς αυτή την πεποίθηση: μια προσκόλληση στη μελωδική γραμμή που θυμίζει τη σχολή του Brahms, μπολιασμένη όμως με την ιμπρεσιονιστική χρωματικότητα που εισήγαγε ο Debussy στην Ευρώπη.

Από τη Graz στη Βιέννη: Η Άνοδος ενός Μουσικού Λογίου

Ο Joseph Marx δεν ξεκίνησε ως συνθέτης προορισμένος για τις μεγάλες αίθουσες συναυλιών. Γεννημένος στο Graz, σπούδασε αρχικά νομικά και αργότερα φιλοσοφία και ιστορία της τέχνης, μια ακαδημαϊκή βάση που επηρέασε βαθιά τον τρόπο που προσέγγιζε τη σύνθεση. Η διατριβή του πάνω στην ψυχολογία της τονικότητας («Über die psychologischen Grundlagen des Tonalsystems») αποδεικνύει ότι η εμμονή του στη μελωδία δεν ήταν θέμα συντηρητισμού, αλλά προϊόν επιστημονικής ανάλυσης της ανθρώπινης αντίληψης.

Το Trio-Phantasie ανήκει στην περίοδο που ο Joseph Marx άρχισε να κερδίζει την αναγνώριση ως ο κορυφαίος τραγουδοποιός (Lied-composer) της Αυστρίας μετά τον Hugo Wolf. Η δομή του έργου σε μορφή «Φαντασίας» του επέτρεψε να ξεφύγει από τους αυστηρούς κανόνες της κλασικής σονάτας, δίνοντας έμφαση στη ροή και την εναλλαγή των διαθέσεων. Το Adagietto, το αργό αυτό τμήμα, αποτελεί τον πυρήνα του έργου, όπου το πιάνο και τα έγχορδα αναπτύσσουν έναν λόγο που χαρακτηρίζεται από συνεχή μετατροπία, χωρίς ποτέ να χάνεται το κέντρο βάρους της τονικότητας.

Το Φαινόμενο Joseph Marx και η διχαστική του πρόσληψη

Όταν το Trio-Phantasie παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, οι κριτικοί της εποχής διχάστηκαν. Για τους οπαδούς της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης, ο Joseph Marx ήταν απλώς ένας «αναχρονιστικός». Για το ευρύ κοινό και τους μουσικούς της εποχής, όμως, ήταν ο συνθέτης που μπορούσε να διατηρήσει τη σύνδεση με το παρελθόν προσφέροντας ταυτόχρονα κάτι καινούργιο. Είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι ο Marx διατηρούσε φιλικές σχέσεις με προσωπικότητες όπως ο Korngold και ο Puccini, οι οποίοι εκτιμούσαν την ικανότητά του να πλάθει περίτεχνες αρμονικές δομές.

Το Adagietto συγκεκριμένα, με την ιδιότυπη ηρεμία του, θεωρήθηκε από πολλούς ως μια απάντηση στην αυξανόμενη πολυπλοκότητα της ορχηστρικής μουσικής των αρχών του αιώνα. Ενώ ο Stravinsky πειραματιζόταν με τους ρυθμούς στο Παρίσι, ο Joseph Marx στη Βιέννη επένδυε στην πλαστικότητα των φράσεων. Η χρήση του πιάνου στο έργο δεν είναι συνοδευτική· το όργανο λειτουργεί ως μια γεννήτρια αρμονικού χρώματος πάνω στην οποία το βιολί και το τσέλο απλώνουν τις γραμμές τους.

Το Trio-Phantasie στο Ρεπερτόριο της Μουσικής Δωματίου

Στο πλαίσιο της κλασικής μουσικής 20ού αιώνα, τα έργα για τρίο με πιάνο γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση. Το Trio-Phantasie του Marx στέκεται δίπλα σε έργα του Ravel ή του Fauré, έχοντας όμως ξεκάθαρα μια κεντροευρωπαϊκή ταυτότητα. Η επιλογή του τίτλου «Phantasie» παραπέμπει στην αγγλική παράδοση των Fantasy-pieces, μια τάση που αναβίωσε στις αρχές του 1900 μέσω του διαγωνισμού Cobbett στο Λονδίνο, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν άμεσα τον Joseph Marx με τον συγκεκριμένο διαγωνισμό. Είναι πιθανότερο η επιλογή αυτή να πήγαζε από την επιθυμία του για μια πιο ελεύθερη, αφηγηματική μορφή.

Η ιστορική σημασία του έργου έγκειται επίσης στο γεγονός ότι ο Marx, παρά την τεράστια φήμη που απέκτησε αργότερα ως διευθυντής της Μουσικής Ακαδημίας της Βιέννης και ως κριτικός με τρομερή επιρροή, δεν τροποποίησε ποτέ το ύφος αυτών των πρώιμων έργων του. Το Adagietto παρέμεινε ένας φόρος τιμής στη βιεννέζικη παράδοση, ακόμα και όταν ο κόσμος γύρω του άλλαζε δραματικά μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

H Εκδοτική Πορεία του έργου

Το έργο εκδόθηκε από τον οίκο Universal Edition, ο οποίος εκείνη την εποχή αποτελούσε το επίκεντρο της μουσικής πρωτοπορίας. Το γεγονός ότι ένας οίκος που εξέδιδε Schoenberg και Webern επέλεξε να εντάξει στον κατάλογό του το Trio-Phantasie του Joseph Marx, αποδεικνύει την εμπορική και καλλιτεχνική αξία που αναγνωριζόταν στον συνθέτη. Οι παρτιτούρες της εποχής δείχνουν μια σχολαστική προσοχή στη δυναμική και στις οδηγίες έκφρασης, στοιχεία που υποδηλώνουν ότι ο Marx ήθελε να ελέγχει κάθε λεπτομέρεια της ηχητικής απόδοσης.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η μουσική του Marx παραγκωνίστηκε, καθώς η ιστοριογραφία της μουσικής επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στον μοντερνισμό. Ωστόσο, η μελέτη της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα τα τελευταία χρόνια έχει επανεκτιμήσει περιπτώσεις όπως αυτή του Joseph Marx. Το Trio-Phantasie δεν θεωρείται πλέον ένα «συντηρητικό ατόπημα», αλλά μια εναλλακτική πρόταση ομορφιάς σε μια εποχή που η ομορφιά συχνά ταυτιζόταν με την αφέλεια.

Yiannis Panagiotakis

Ετικέτα: