Η κλασική μουσική 20ού αιώνα μέσα από το σκάνδαλο του The Miraculous Mandarin
Η ιστορία της σύνθεσης του The Miraculous Mandarin, op. 19 αποτελεί μια από τις πιο ταραχώδεις σελίδες στην πορεία του Béla Bartók. Το έργο ξεκίνησε να διαμορφώνεται στο μυαλό του συνθέτη το 1918, αμέσως μετά την ανάγνωση του κειμένου του Menyhért Lengyel, αλλά η ολοκλήρωσή του συνέπεσε με μια περίοδο βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας στην Ουγγαρία. Η ενορχήστρωση ολοκληρώθηκε το 1924, όμως η πραγματική δοκιμασία για το έργο ξεκίνησε τη στιγμή που αποφασίστηκε η σκηνική του παρουσίαση.
Η πρεμιέρα που πραγματοποιήθηκε στην Κολωνία στις 27 Νοεμβρίου 1926, υπό τη διεύθυνση του Jenő Szenkár, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε σε μια τυπική καλλιτεχνική βραδιά. Η αντίδραση του κοινού ήταν βίαιη, με αποδοκιμασίες που υπερκάλυπταν την μουσική, ενώ ο τοπικός τύπος της εποχής εξαπέλυε μύδρους κατά του Bartók. Η παρέμβαση του τότε δημάρχου της πόλης, Konrad Adenauer, ήταν καθοριστική: η παράσταση απαγορεύτηκε αμέσως μετά την πρώτη της εκτέλεση για λόγους ηθικής τάξης. Αυτή η πράξη λογοκρισίας στέρησε από το έργο τη δυνατότητα να καθιερωθεί στη σκηνική του μορφή όσο ο Bartók βρισκόταν εν ζωή, καθώς ακόμη και οι προσπάθειες να παιχτεί στη Βουδαπέστη το 1931 και το 1941 προσέκρουαν σε θρησκευτικά και πολιτικά εμπόδια.
Η γεωγραφία της αποδοχής και η ανάδυση της Σουίτας
Ο Bartók, αντιλαμβανόμενος ότι το σκηνικό μέρος του The Miraculous Mandarin λειτουργούσε ως τροχοπέδη για τη διάδοση της μουσικής του, προχώρησε στη δημιουργία μιας ορχηστρικής Σουίτας. Η κίνηση αυτή δεν ήταν ένας ορθολογικός ελιγμός, αλλά μια προσπάθεια διάσωσης της παρτιτούρας. Η Σουίτα περιλαμβάνει την εισαγωγή και το μεγαλύτερο μέρος της δράσης, σταματώντας ακριβώς πριν από το σημείο όπου η πλοκή οδηγείται στις τρεις απόπειρες δολοφονίας.
Η ιστορική ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ η κλασική μουσική της εποχής αναζητούσε νέα μέσα έκφρασης, οι θεσμοί παρέμεναν προσκολλημένοι σε μια αισθητική που το op. 19 ερχόταν να γκρεμίσει. Ο Bartók δεν ενδιαφερόταν για την ωραιοποίηση της αστικής ζωής. Αντιθέτως, κατέγραψε με ακρίβεια την ένταση της μεγαλούπολης, χρησιμοποιώντας τα πνευστά και τα κρουστά με τρόπο που παρέπεμπε σε βιομηχανικούς ήχους και στη βία της καθημερινότητας. Η μουσική δεν συνόδευε απλώς την κίνηση, αλλά επέβαλλε έναν ρυθμό που πολλοί κριτικοί της δεκαετίας του ’20 θεώρησαν “βάρβαρο”.
Béla Bartók:Το χρονικό της δημιουργικής απομόνωσης
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ο Bartók παρακολουθούσε το έργο του να παραμένει στο περιθώριο των λυρικών θεάτρων. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος θεωρούσε τη συγκεκριμένη σύνθεση ως την πιο σημαντική του κατάθεση στον χώρο του μουσικού δράματος, οι παραστάσεις ήταν ελάχιστες και συχνά συνοδεύονταν από έντονη κριτική για την επιλογή του θέματος. Η πρώτη φορά που το πλήρες έργο παρουσιάστηκε στην Ουγγαρία ήταν το 1946, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του συνθέτη, σε μια ιστορική παράσταση στην Όπερα της Βουδαπέστης που αποκατέστησε τη φήμη του έργου και συνακολούθως του συνθέτη.
Η ακρίβεια των ιστορικών στοιχείων δείχνει ότι ο Bartók δεν άλλαξε ούτε νότα από την αρχική του σύλληψη παρά τις πιέσεις. Η επιμονή του στην παρουσίαση της αλήθειας του Lengyel, χωρίς περικοπές που θα μείωναν την ένταση του έργου, αναδεικνύει την ακεραιότητα της καλλιτεχνικής του στάσης. Το The Miraculous Mandarin δεν ήταν μια πρόκληση για την πρόκληση, αλλά μια καταγραφή της υπαρξιακής αγωνίας σε ένα περιβάλλον που μεταβαλλόταν ραγδαία.
Η παρακαταθήκη μιας παρεξηγημένης παρτιτούρας
Σήμερα, το The Miraculous Mandarin, op. 19 αναγνωρίζεται ως ένας από τους πυλώνες που στήριξαν την κλασική μουσική του 20ού αιώνα. Η απόφαση του Bartók να εντάξει στοιχεία που ξέφευγαν από την παραδοσιακή αρμονία, δίνοντας έμφαση στη ρυθμική πολυπλοκότητα, επηρέασε γενιές συνθετών. Η ιστορική του διαδρομή, από την απαγόρευση του Adenauer μέχρι την καθολική αναγνώριση στις σύγχρονες αίθουσες συναυλιών, αποτελεί το χρονικό της σύγκρουσης ανάμεσα στην πρωτοπορία και το κατεστημένο.
Η έλλειψη συμβιβασμού από την πλευρά του Bartók είναι αυτή που κράτησε το έργο ζωντανό. Αντί να λειάνει τις γωνίες της σύνθεσής του για να γίνει αρεστή στα σαλόνια της Κολωνίας, επέλεξε τη σιωπή των δέκα ετών μέχρι η μουσική του να βρει το κοινό που θα μπορούσε να την κατανοήσει. Η ιστορία δικαίωσε τον συνθέτη, μετατρέποντας μια σκανδαλώδη αποτυχία σε ένα από τα πιο επιδραστικά έργα του περασμένου αιώνα.





















