Ο Arthur Honegger, το Δεύτερο Κουαρτέτο και η Φιλαρμονική του Λένινγκραντ
κλασική μουσική, κλασική μουσική 20ού αιώνα
Το φθινόπωρο του 1934, ο Arthur Honegger ολοκλήρωνε στο Παρίσι το Δεύτερο Κουαρτέτο Εγχόρδων σε Ρε ελάσσονα, αριθμό καταλόγου H. 103 που έμελλε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη γαλλική δημιουργία του μεσοπολέμου. Ο Ελβετός συνθέτης, αν και οργανικό μέλος της ομάδας «Les Six», είχε ήδη απομακρυνθεί από την παιγνιώδη διάθεση των συναδέλφων του, αναζητώντας μια δομή που να αντανακλά την αρχιτεκτονική της βιομηχανικής εποχής. Το τρίτο μέρος, Allegro marcato, αποτελεί την κορύφωση αυτής της αναζήτησης, μια κατασκευή που απαιτεί από τους μουσικούς έναν συνδυασμό μαθηματικής ακρίβειας και σωματικής αντοχής.
Η Παρισινή Μήτρα και η Ελβετική Πειθαρχία
Ο Arthur Honegger δεν υπήρξε ποτέ οπαδός του ασαφούς. Η εκπαίδευσή του στη Ζυρίχη και αργότερα στο Παρίσι του εμφύσησε ένα είδος λατρείας για τη μορφή του Bach και την κατασκευαστική λογική των μεγάλων γερμανικών σχολών. Το 1934, η Ευρώπη βρισκόταν σε μια κατάσταση τεταμένης αναμονής. Η αισθητική του «Νέου Αντικειμενισμού» (Neue Sachlichkeit) είχε ποτίσει τη γραφή του, ωθώντας τον μακριά από τον ιμπρεσιονισμό.
Στο Allegro marcato, ο Honegger εγκαταλείπει τις παραδοσιακές αναπτύξεις. Εστιάζει σε μια ρυθμική ορμή που θυμίζει κάτι από μηχανιστικές επιρροές, ας μην ξεχνάμε πως λίγα χρόνια πριν είχε συγκλονίσει τον κόσμο με το Pacific 231. Εδώ, όμως, η μηχανή δεν είναι ατμομηχανή, αλλά ένας εσωτερικός ωρολογιακός μηχανισμός τεσσάρων οργάνων που πρέπει να λειτουργούν με απόλυτο συγχρονισμό, χωρίς το δίχτυ ασφαλείας μιας ορχήστρας.
Η Σύμπραξη με το Κουαρτέτο της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ
Η πρόσληψη του έργου από το Κουαρτέτο της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ (Leningrad Philharmonic Quartet) προσθέτει μια επιπλέον ιστορική βαρύτητα. Το σχήμα αυτό, στενά συνδεδεμένο με την προσωπικότητα του Evgeny Mravinsky, μετέφερε στη μουσική του Honegger μια πολύ συγκεκριμένη σοβιετική σχολή εγχόρδων. Δεν επρόκειτο απλώς για δεξιοτεχνία, αλλά για μια προσέγγιση που έθετε την πειθαρχία πάνω από την ατομική προβολή.
Οι Ρώσοι μουσικοί, έχοντας επιβιώσει από τις αισθητικές συμπληγάδες της εποχής τους, βρήκαν στον Arthur Honegger ένα συγγενές πνεύμα. Η ανάγνωσή τους στο Allegro marcato διακρίνεται για την τραχύτητα των επιθέσεων και την απόλυτη ομοιομορφία στον τονισμό. Σε μια εποχή που οι επικοινωνίες μεταξύ Ανατολής και Δύσης άρχισαν να δυσκολεύουν, η ενασχόληση ενός κορυφαίου σοβιετικού σχήματος με έναν «μοντερνιστή» της Δύσης αποτελούσε δήλωση μουσικής επάρκειας και πολιτιστικής εξωστρέφειας.
Το έργο εκδόθηκε από τον οίκο Sénart και ακούστηκε για πρώτη φορά σε μια περίοδο που το κουαρτέτο εγχόρδων θεωρούνταν η υπέρτατη δοκιμασία για κάθε συνθέτη που ήθελε να αποδείξει την αξία του πέρα από τα προγραμματικά εφέ. Ο Arthur Honegger, με το Δεύτερο Κουαρτέτο, απάντησε σε όσους τον θεωρούσαν απλώς έναν «συνθέτη της κίνησης».
Το Allegro marcato βασίζεται σε μια σειρά από βίαια ρυθμικά σχήματα που επαναλαμβάνονται με εμμονή. Η χρήση των διπλών χορδών και η απαίτηση για συνεχή χρήση του κάτω μέρους του δοξαριού δημιουργούν έναν ήχο που συχνά υπερβαίνει τα όρια των τεσσάρων οργάνων. Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο ίδιος ο συνθέτης επεδίωκε έναν ήχο «ξηρό», απαλλαγμένο από περιττά vibrato, κάτι που το Κουαρτέτο του Λένινγκραντ υιοθέτησε με σχεδόν στρατιωτική προσήλωση.
Η κλασική μουσική 20ού αιώνα
Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, η κλασική μουσική 20ού αιώνα αναζητούσε νέους τρόπους έκφρασης που να μην βασίζονται στην αρμονική λύση των συγκρούσεων. Ο Arthur Honegger, στο συγκεκριμένο φινάλε, επιλέγει την αντιπαράθεση των γραμμών. Το βιολοντσέλο και η βιόλα λειτουργούν συχνά ως κρουστά, οριοθετώντας τον χώρο μέσα στον οποίο τα δύο βιολιά αναπτύσσουν τις γωνιώδεις μελωδίες τους.
Η επιλογή της Ρε ελάσσονας· είναι η κλίμακα του θανάτου και της αυστηρότητας στην κλασική παράδοση, την οποία ο Arthur Honegger επαναπροσδιορίζει μέσα από το πρίσμα του δωδεκαφθογγισμού, χωρίς όμως να προσχωρεί πλήρως σε αυτόν. Διατηρεί έναν τονικό άξονα, αλλά τον πιέζει μέχρι τα όριά του.
Πληροφορίες για το έργο και άλλα ιστορικά τεκμήρια
- Σύνθεση: 1934-1936.
- Πρώτη Έκδοση: Editions Salabert (διαδοχή Sénart).
- Χαρακτηριστικά Εκτέλεσης Λένινγκραντ: Χρήση χαλύβδινων χορδών (συνηθισμένο στην ΕΣΣΔ εκείνης της περιόδου), που προσέδιδε έναν πιο μεταλλικό και διαπεραστικό ήχο στο marcato.
- Η Δομή του Τρίτου Μέρους: Μια παραλλαγή της μορφής σονάτας, όπου η ανάπτυξη αντικαθίσταται από μια συνεχή ρυθμική συσσώρευση.
Το Κουαρτέτο της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ, κατά τη διάρκεια των περιοδειών του, χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο έργο για να επιδείξει την ικανότητά του να χειρίζεται το δυτικό μοντερνισμό με μια αυστηρότητα που συχνά έλειπε από τα γαλλικά σύνολα της εποχής, τα οποία προτιμούσαν μια πιο ανάλαφρη προσέγγιση. Η προσέγγιση των Ρώσων ήταν δομική: κάθε νότα του Allegro marcato έπρεπε να είναι ορατή, σαν μέρος ενός περίπλοκου γραναζιού.
Η Σχέση του Arthur Honegger με το Μουσικό Σύνολο
Αν και ο Arthur Honegger δεν είχε άμεση συνεργασία με το συγκεκριμένο κουαρτέτο κατά τη διάρκεια της σύνθεσης, η μετέπειτα διάδοση του έργου στη Σοβιετική Ένωση οφείλεται στην εκτίμηση που έτρεφε ο Shostakovich για το έργο του Ελβετού. Η επιρροή του Arthur Honegger στην αντίστιξη και τη ρυθμική οργάνωση είναι εμφανής σε πολλά σοβιετικά έργα της περιόδου, δημιουργώντας μια αμφίδρομη σχέση επίδρασης.
Το Allegro marcato παραμένει ένα εξαιρετικό υπόδειγμα πάνω στην αντίσταση των υλικών. Η γραφή για τα έγχορδα είναι τέτοια που τα όργανα φαίνεται να μάχονται ενάντια στη φυσική τους τάση για λυρισμό. Η ιστορική αξία της εκτέλεσης από το Λένινγκραντ έγκειται ακριβώς στην ανάδειξη αυτής της σύγκρουσης, μετατρέποντας το μουσικό κείμενο σε ένα δοκίμιο για την αντοχή της φόρμας μέσα σε έναν κόσμο που άλλαζε ριζικά.





















