Arnold Schoenberg: Erwartung, op. 17
Η αυγή του περασμένου αιώνα βρήκε την ευρωπαϊκή τέχνη σε κατάσταση πλήρους ανασύνταξης. Η ανάγκη για μια νέα εκφραστική γλώσσα, ικανή να αποδώσει τις εσωτερικές εντάσεις του σύγχρονου ανθρώπου, οδήγησε τους δημιουργούς σε ριζικές αποφάσεις. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης, η κλασική μουσική 20ού αιώνα βρήκε την πιο ακραία, ίσως, αλλά και πιο ειλικρινή αποτύπωσή της στο πρόσωπο του Arnold Schoenberg. Το έτος 1909 αποτελεί ορόσημο για αυτή την πορεία, καθώς είναι η χρονιά που ολοκληρώνεται το μονόδραμα Erwartung (Προσμονή), έργο 17, μια σύνθεση που επαναπροσδιόρισε τα όρια του λυρικού θεάτρου και της μουσικής δημιουργίας.
Η Γέννηση του Εξπρεσιονιστικού Μονοδράματος στη Βιέννη του 1900
Για να κατανοήσουμε το Erwartung, είναι απαραίτητο να μεταφερθούμε στο κλίμα της Βιέννης εκείνης της περιόδου. Η πόλη έβριθε από πνευματική κινητικότητα, με τις θεωρίες του Sigmund Freud για το ασυνείδητο να αναστατώνουν την παραδοσιακή σκέψη και τους ζωγράφους του Εξπρεσιονισμού, όπως ο Egon Schiele και ο Richard Gerstl, να αποτυπώνουν στον καμβά την υπαρξιακή αγωνία. Ο Schoenberg, στενός φίλος του Gerstl και ο ίδιος ερασιτέχνης ζωγράφος, βρισκόταν σε άμεση επαφή με αυτές τις τάσεις.
Το καλοκαίρι του 1909, ο συνθέτης συνάντησε τη Marie Pappenheim, μια νεαρή γιατρό και ποιήτρια. Της ζήτησε να του γράψει ένα κείμενο για ένα μουσικό έργο. Η Pappenheim, επηρεασμένη από τις σπουδές της στην ιατρική και τις αναλύσεις για την υστερία, παρέδωσε ένα λιμπρέτο-μονόλογο. Η συγγραφή της μουσικής έγινε με πρωτοφανή ταχύτητα: ο Schoenberg ξεκίνησε στις 27 Αυγούστου και ολοκλήρωσε την παρτιτούρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1909. Ωστόσο, το κοινό χρειάστηκε να περιμένει δεκαπέντε χρόνια για να το ακούσει, καθώς η πρεμιέρα δόθηκε στις 6 Ιουνίου 1924 στην Πράγα, υπό τη διεύθυνση του Alexander von Zemlinsky.
Η Πλοκή και το Λιμπρέτο της Marie Pappenheim
Το έργο δεν διαθέτει την παραδοσιακή θεατρική δομή με αρχή, μέση και τέλος. Παρακολουθούμε μία μοναδική, ανώνυμη γυναίκα (Die Frau), η οποία περιπλανιέται σε ένα σκοτεινό δάσος αναζητώντας τον εραστή της. Το σκηνικό περιβάλλον λειτουργεί ως προέκταση του εσωτερικού της κόσμου.
Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων σκηνών του έργο 17, η Γυναίκα βιώνει μια διαδοχή από έντονες ψυχικές καταστάσεις: φόβο για το σκοτάδι, νοσταλγία για το παρελθόν, ζήλια για μια άλλη γυναίκα που υποψιάζεται ότι της έκλεψε τον αγαπημένο της, και απόγνωση. Στην τελευταία σκηνή, σκοντάφτει πάνω σε ένα αντικείμενο που αποδεικνύεται ότι είναι το ματωμένο άψυχο σώμα του εραστή της. Η αποκάλυψη αυτή οδηγεί σε ένα παραλήρημα, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης θολώνουν οριστικά, μέχρι το έργο να σβήσει απότομα στο σκοτάδι.
Ατονικότητα και επικράτηση της δυσαρμονίας στην Κλασική Μουσική
Μουσικά, το Erwartung ανήκει στην περίοδο της λεγόμενης «ελεύθερης ατονικότητας». Ο Schoenberg είχε ήδη αρχίσει να εγκαταλείπει το παραδοσιακό σύστημα των μειζόνων και ελασσόνων κλιμάκων, μια διαδικασία που ο ίδιος ονόμασε «επικράτηση ή χειραφέτηση της δυσαρμονίας». Στο συγκεκριμένο έργο, η επιλογή αυτή εξυπηρετεί απόλυτα το περιεχόμενο. Καθώς το μυαλό της ηρωίδας χάνει την ισορροπία του, έτσι και η μουσική αρνείται να σταθεροποιηθεί σε ένα συγκεκριμένο τονικό κέντρο.
Αντί για τις γνώριμες, καθαρές συγχορδίες του παρελθόντος, ο συνθέτης χρησιμοποιεί συνεχείς ηχητικές συγκρούσεις που δεν οδηγούν σε καμία καθησυχαστική κατάληξη. Αυτή η διαρκής ένταση μεταφέρει τον ακροατή απευθείας στον λαβύρινθο της ανθρώπινης ψυχικής οδύνης.
Ένα από τα πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της σύνθεσης είναι η απουσία επαναλήψεων. Δεν υπάρχουν μουσικά στοιχεία που επιστρέφουν, ούτε θέματα που αναπτύσσονται με τον γνωστό τρόπο της ρομαντικής όπερας. Η μουσική ροή ακολουθεί βήμα προς βήμα τους συνειρμούς και τις σπασμωδικές σκέψεις της Γυναίκας. Αυτή η μορφή, δημιουργεί την αίσθηση ενός συνεχούς παρόντος, όπου ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται. Οι ερευνητές της μουσικής σημειώνουν ότι τα τριάντα λεπτά που διαρκεί η παράσταση ουσιαστικά αναλύουν τα λίγα δευτερόλεπτα ψυχικού σοκ που βιώνει ένας άνθρωπος τη στιγμή της φρικτής ανακάλυψης.
Ηχητική Ανατομία του Τρόμου: Ορχήστρα και Φωνή στο Έργο 17
Πίσω από τη βίαιη ανατροπή των παραδοσιακών κανόνων, ο Schoenberg επιστρατεύει μια θηριώδη ορχήστρα εκατό και πλέον οργάνων. Όμως, αντί να αναζητήσει τον ογκώδη, συμπαγή ήχο που κυριαρχούσε στα έργα της ύστερης ρομαντικής περιόδου, επιλέγει μια εντελώς αντίθετη, σχεδόν χειρουργική προσέγγιση. Η ορχήστρα εδώ λειτουργεί ως ένας τεράστιος μηχανισμός παραγωγής στιγμιαίων ηχοχρωμάτων, όπου τα όργανα σπάνια παίζουν όλα μαζί.
Η γραφή του θυμίζει νευρικό σύστημα σε έξαψη. Ο συνθέτης απομονώνει μεμονωμένα όργανα ή μικρές, ετερόκλητες ομάδες, δημιουργώντας διαρκείς και απότομες μετατοπίσεις. Τα ξύλινα πνευστά επιστρατεύονται στις πιο οξείες, σχεδόν αφύσικες περιοχές τους, ενώ τα χάλκινα χρησιμοποιούνται με ειδικές sordine, παράγοντας έναν ήχο πνιχτό, σαν μακρινή κραυγή. Τα έγχορδα εκτελούν συνεχώς ειδικές τεχνικές, όπως το παίξιμο με το ξύλο του δοξαριού (col legno) ή το παίξιμο ακριβώς πάνω στον καβαλάρη (sul ponticello), παράγοντας απόκοσμους, μεταλλικούς τριγμούς που προσομοιώνουν τους θορύβους ενός απειλητικού δάσους.
Στο κέντρο αυτού του ηχητικού κυκλώνα, η μοναδική σοπράνο καλείται να φτάσει στα έσχατα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Η φωνητική γραμμή στερείται οποιασδήποτε μελωδικής συνάφειας. Είναι μια διαρκής, σπασμωδική κίνηση γεμάτη βίαια άλματα, όπου η ερμηνεύτρια υποχρεούται να βυθίζεται ακαριαία στις χαμηλές, σκοτεινές νότες και την επόμενη στιγμή να εκτινάσσεται σε ακραία υψηλές νότες.
Δεν πρόκειται για τραγούδι με την κλασική έννοια, αλλά για μια ωμή καταγραφή της ανθρώπινης φωνής υπό το κράτος της σύγχυσης και του πανικού. Ο Schoenberg απαιτεί από τη μονωδό να μετακινείται διαρκώς ανάμεσα στον έντρομο ψίθυρο, το νευρικό παραλήρημα και την καθαρή κραυγή. Με αυτόν τον τρόπο, η φωνητική γραμμή ακολουθεί με απόλυτη πιστότητα τους φυσικούς, ασυνάρτητους τονισμούς ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, στρώνοντας το έδαφος για τις μεγάλες φωνητικές αναζητήσεις που θα σφράγιζαν τη μουσική δημιουργία των επόμενων δεκαετιών.
Η εξαιρετική γοητεία του Erwartung στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης παραμένει αναμφισβήτητη. Αν και κατά την εποχή της δημιουργίας του θεωρήθηκε από πολλούς ως ένα ακατανόητο πείραμα, η μετέπειτα πορεία έδειξε ότι άνοιξε νέους δρόμους για τη μουσική έκφραση. Ο Schoenberg απέδειξε ότι η κλασική μουσική 20ού αιώνα μπορούσε να αποτυπώσει περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που μέχρι τότε θεωρούνταν απαγορευμένες ή μη αναπαραστάσιμες από την τέχνη των ήχων.





















