Κλασική Μουσική του 20ού Αιώνα

Αρχική / Κλασική Μουσική 20ός αι. / Einojuhani Rautavaara: Η 7η Συμφωνία του και το Φαινόμενο «Angel of Light» στην Κλασική Μουσική

Einojuhani Rautavaara: Η 7η Συμφωνία του και το Φαινόμενο «Angel of Light» στην Κλασική Μουσική

Einojuhani Rautavaara: Η 7η Συμφωνία του και το Φαινόμενο «Angel of Light» στην Κλασική Μουσική

Η 7η Συμφωνία του Rautavaara και το Φαινόμενο «Angel of Light» στην Κλασική Μουσική

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η ευρωπαϊκή πρωτοπορία έδειχνε εγκλωβισμένη ανάμεσα στον απόηχο του αυστηρού σειραϊσμού και τις μεταμοντέρνες αναζητήσεις, μια ορχηστρική παρτιτούρα από τη Φινλανδία ήρθε να ανατρέψει τις σταθερές της εποχής. Ο Einojuhani Rautavaara (1928–2016), ένας δημιουργός που είχε ήδη πειραματιστεί με το δωδεκάφθογγο σύστημα, παρουσίασε το 1995 την 7η Συμφωνία του, με τον υπότιτλο Angel of Light (Άγγελος του Φωτός). Το έργο αυτό δεν αποτέλεσε απλώς μια καλλιτεχνική επιτυχία, αλλά εξελίχθηκε σε ένα από τα ελάχιστα σύγχρονα ορχηστρικά κομμάτια που κέρδισαν οργανική θέση στο παγκόσμιο ρεπερτόριο.

Η γέννηση του έργου κρύβει μια γεωγραφική ειρωνεία. Αν και η ατμόσφαιρά του παραπέμπει στα σκανδιναβικά τοπία, η ανάθεση έγινε από την Ορχήστρα του Μπλούμινγκτον στην Ιντιάνα των ΗΠΑ για τον εορτασμό των 25 χρόνων της. Η παγκόσμια πρεμιέρα δόθηκε εκεί, στις 23 Απριλίου 1995, υπό τη διεύθυνση του David Pickett, με τον αρχικό τίτλο The Bloomington Symphony. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή του πρεμιέρα τον Αύγουστο του ίδιου έτους στο Ελσίνκι, με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υπό τον Leif Segerstam, και η επακόλουθη ηχογράφηση από την εταιρεία Ondine, ήταν εκείνες που αποκάλυψαν τη δυναμική του έργου, χαρίζοντάς του και μια υποψηφιότητα για βραβείο Grammy το 1997.

Από τον Σειραϊσμό στον Ύστερο Ρομαντισμό: Η Μουσική Εξέλιξη του Rautavaara

Για να κατανοήσουμε τη θέση που κατέχει η 7η Συμφωνία στην κλασική μουσική 20ού αιώνα, πρέπει να εξετάσουμε τη διαδρομή του Φινλανδού δημιουργού. Ο Rautavaara υπήρξε μαθητής του Jean Sibelius και αργότερα σπούδασε στο Juilliard της Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του πέρασε από συμπληγάδες: ξεκίνησε με νεοκλασικές φόρμες, βούτηξε στον αυστηρό οργανωμένο ατονισμό με την 4η Συμφωνία του, για να καταλήξει σε μια προσωπική, ιδιότυπη τονικότητα.

Η στροφή αυτή δεν ήταν μια συνθηκολόγηση με την εμπορικότητα. Ο ίδιος πίστευε ότι η μουσική προϋπάρχει του κόσμου και ο συνθέτης λειτουργεί ως ενδιάμεσος που απλώς την καταγράφει. Στην 7η Συμφωνία, αυτή η αντίληψη μετουσιώνεται σε μια γραφή όπου οι παραδοσιακές συγχορδίες δεν υπακούουν στους κλασικούς νόμους της αρμονίας, αλλά λειτουργούν ως συμπαγείς ηχητικοί όγκοι που μετακινούνται στον χρόνο. Η χρήση του δωδεκάφθογγου συστήματος δεν καταργείται, αλλά ενσωματώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργεί μελωδικά σχήματα που ακούγονται οικεία.

Η Αρχετυπική Φιγούρα του Αγγέλου και οι Πηγές Έμπνευσης

Ο τίτλος Angel of Light συνδέει τη συμφωνία με μια ευρύτερη ομάδα έργων του Rautavaara, γνωστή ως «Σειρά των Αγγέλων», η οποία περιλαμβάνει το Angels and Visitations (1978) και το κοντσέρτο για κοντραμπάσο Angel of Dusk (1980). Οι άγγελοι του Φινλανδού, ωστόσο, απέχουν από τη δυτική, εκλαϊκευμένη εικόνα των καλοσυνάτων φτερωτών υπάρξεων.

Οι ρίζες αυτής της θεματικής βρίσκονται σε δύο βασικούς πυλώνες:

  • Η Ορθόδοξη Μοναστική Παράδοση: Σε παιδική ηλικία, ο συνθέτης είχε επισκεφθεί το μοναστήρι του Βαλαάμ στη λίμνη Λάντογκα. Οι ψαλμωδίες, οι βαριές μυρωδιές και οι αυστηρές βυζαντινές εικόνες αποτυπώθηκαν στο υποσυνείδητό του, προσδίδοντας στη μουσική του μια μυστικιστική, τελετουργική χροιά.
  • Η Ποίηση του Ρίλκε: Οι άγγελοι εδώ ταυτίζονται με τα όντα των Ελεγειών του Ντουίνο του Rainer Maria Rilke, όπου το θείο περιγράφεται ως «τρομακτικό» (schrecklich). Ο άγγελος είναι μια συμπυκνωμένη μορφή ενέργειας, μια αποκάλυψη που προκαλεί δέος και πνευματικό ίλιγγο, όχι καθησυχασμό.

Tranquillo και Molto Allegro: Η Αντίθεση των Πρώτων Μερών

Η συμφωνία αναπτύσσεται σε τέσσερα μέρη, ακολουθώντας την κλασική διάταξη, αλλά αναδιοργανώνοντας το εσωτερικό τους περιεχόμενο.

Το πρώτο μέρος, Tranquillo, ανοίγει με μια μακρά, ρευστή γραμμή στα έγχορδα. Δεν υπάρχει σταθερό ρυθμικό βήμα· η μουσική μοιάζει να αναπνέει. Εδώ ο Rautavaara εισάγει ένα θέμα σε μορφή ύμνου, το οποίο μεταφέρεται σταδιακά στα ξύλινα και στη συνέχεια στα χάλκινα. Η χρήση των κρουστών προσθέτει μια μεταλλική λάμψη, μια αίσθηση παγωμένου, απόκοσμου φωτός.

Το δεύτερο μέρος, Molto allegro, λειτουργεί ως το παραδοσιακό σκέρτσο, αλλά με σκοτεινές αποχρώσεις. Η ηρεμία διακόπτεται από βίαια, κοφτά ρυθμικά σχήματα, ενώ τα έγχορδα εκτελούν γρήγορα περάσματα. Η παρέμβαση των χάλκινων πνευστών είναι επιθετική, θυμίζοντας ότι ο «Άγγελος του Φωτός» φέρει μαζί του και την απειλή της καταστροφής.

Come un Sogno και Pesante-Cantabile: Η Μεταφυσική Κορύφωση

Το τρίτο μέρος, Come un sogno, αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της συμφωνίας. Ο Rautavaara χρησιμοποιεί μια τεχνική εναλλαγής ανάμεσα σε εξαιρετικά χαμηλές και πολύ υψηλές συχνότητες. Τα κοντραμπάσα και οι τούμπες δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο τα βιολιά αναπτύσσουν μελωδίες που μοιάζουν να αιωρούνται. Η αίσθηση του χρόνου καταργείται· ο ακροατής μεταφέρεται σε μια κατάσταση εγρήγορσης, όπου τα μουσικά θέματα εμφανίζονται και εξαφανίζονται σαν αναμνήσεις.

Το τελικό μέρος, Pesante – Cantabile, ξεκινά με μια βαριά, σχεδόν πένθιμη εισαγωγή. Η ορχήστρα κινείται με αργά, αποφασιστικά βήματα, συσσωρεύοντας ηχητική πίεση. Σταδιακά, η υφή αλλάζει και περνά στο λυρικό τμήμα. Εδώ επιστρέφει το θέμα του ύμνου από το πρώτο μέρος, αλλά μεγεθυμένο. Η συμφωνία ολοκληρώνεται με μια παρατεταμένη, φωτεινή συγχορδία που σβήνει αργά μέσα στη σιωπή, αφήνοντας την αίσθηση ότι ο ήχος συνεχίζεται και μετά το πέρας της εκτέλεσης.

Η 7η Συμφωνία του Rautavaara στη Σύγχρονη Κλασική Μουσική

Η επιτυχία της 7ης Συμφωνίας απέδειξε ότι η κλασική μουσική στα τέλη του 20ού αιώνα δεν είχε ανάγκη από ακραίους πειραματισμούς για να ακουστεί επίκαιρη, ούτε όμως και από μια στείρα επιστροφή στο παρελθόν. Ο Rautavaara κατάφερε να γεφυρώσει τον ρομαντισμό του Sibelius και του Bruckner με τις σύγχρονες αναζητήσεις του ηχοχρώματος.

Το έργο παραμένει επίκαιρο γιατί προτάσσει μια καθαρά πνευματική εμπειρία σε μια εποχή έντονης ψηφιοποίησης και κατακερματισμού. Ωστόσο, δεν πρόκειται για θρησκευτική μουσική με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά για μια κοσμική, τρόπον τινά, ιεροτελεστία. Η ακρόαση της συμφωνίας Angel of Light απαιτεί από τον ακροατή να αποδεχθεί τον αργό ρυθμό της και να αφεθεί σε μια μουσική εμπειρία που, τρεις δεκαετίες μετά τη δημιουργία της, συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη ορχηστρική δημιουργία.

The20thCenturyClassical.gr

Ετικέτα: