Η γέννηση μιας ελεγείας: Το Trio élégiaque αρ. 1 σε σολ ελάσσονα του Sergei Rachmaninov
Κλασική μουσική 20ού αιώνα: Η νεανική μελαγχολία του Sergei Rachmaninov
Στις 18 Ιανουαρίου του 1892, ένας δεκαοκτάχρονος σπουδαστής του Ωδείου της Μόσχας ολοκληρώνει μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες ένα έργο που έμελλε να αποτελέσει το πρώτο δείγμα της σκοτεινής λυρικής του ταυτότητας. Ο Sergei Rachmaninov, ευρισκόμενος ακόμη υπό την καθοδήγηση του Anton Arensky και του Sergei Taneyev, συνθέτει το Trio élégiaque αρ. 1 σε σολ ελάσσονα, ένα έργο που αν και ανήκει χρονολογικά στο τέλος του 19ου αιώνα, προ οικονομεί την αισθητική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η κλασική μουσική στις αρχές του επόμενου αιώνα.
Το πλαίσιο της δημιουργίας στη Μόσχα του 1892
Η σύνθεση του Τρίο συνέπεσε με μια περίοδο έντονης παραγωγικότητας για τον νεαρό Rachmaninov. Λίγους μήνες πριν την αποφοίτησή του από το τμήμα σύνθεσης, για την οποία έλαβε το Μεγάλο Χρυσό Μετάλλιο, ο δημιουργός αναζητούσε έναν τρόπο να αποτίσει φόρο τιμής στις παραδόσεις που τον διαμόρφωσαν. Παρά το γεγονός ότι ο τίτλος “Ελεγειακό” συνδέεται συχνά στην ρωσική παράδοση με την απώλεια κάποιου προσώπου, το πρώτο αυτό Τρίο δεν γράφτηκε για μια συγκεκριμένη τελετή ή κάποιο θάνατο. Αντιθέτως, φαίνεται πως λειτούργησε ως μια σπουδή πάνω στο πένθιμο ύφος που είχε εδραιώσει ο Pyotr Ilyich Tchaikovsky.
Ο Tchaikovsky αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο μέντορα του Rachmaninov. Η επιρροή του είναι εμφανής όχι μόνο στην επιλογή της τονικότητας της σολ ελάσσονας, αλλά και στην οργάνωση του μουσικού υλικού. Είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι ο Rachmaninov θαύμαζε το Τρίο με πιάνο σε λα ελάσσονα, έργο 50 του Tchaikovsky, το οποίο είχε γραφτεί στη μνήμη του Nikolai Rubinstein. Το νεανικό έργο του 1892 αποτελεί έναν έμμεσο διάλογο με αυτό το πρότυπο, υιοθετώντας μια παρόμοια αίσθηση αναπόλησης.
Μουσικά ιδιώματα και η κυριαρχία του πιάνου
Η πιανιστική δεξιοτεχνία ως συνθετικός άξονας
Στο Trio élégiaque αρ. 1, το πιάνο κατέχει τον κεντρικό ρόλο, αντανακλώντας την ιδιότητα του Rachmaninov ως χαρισματικού ερμηνευτή του οργάνου. Η γραφή χαρακτηρίζεται από εκτεταμένα arpeggios και μια συνεχή ροή οκτάβων, στοιχεία που απαιτούν ιδιαίτερη τεχνική επάρκεια. Η παρουσία του βιολιού και του βιολοντσέλου οικοδομούν πάνω στην μελωδική γραμμή που εκπορεύεται από τα πλήκτρα, δημιουργώντας ένα ηχητικό αποτέλεσμα που προσεγγίζει την ορχηστρική αίσθηση.
Το έργο αποτελείται από μία και μοναδική κίνηση (Lento lugubre), γεγονός ασυνήθιστο για την εποχή, καθώς παρέκκλινε από την καθιερωμένη τετραμερή μορφή των έργων μουσικής δωματίου. Η επιλογή αυτή προσδίδει στη σύνθεση μια αίσθηση συνοχής, όπου το αρχικό θέμα επανέρχεται με διάφορες μεταμορφώσεις, καταλήγοντας σε ένα πένθιμο εμβατήριο.
Η χρήση της σολ ελάσσονας και η σημειολογία της
Στη ρωσική σχολή, η συγκεκριμένη τονικότητα συνδέεται παραδοσιακά με το αίσθημα της τραγικότητας και του αναπόφευκτου πεπρωμένου. Ο Rachmaninov χρησιμοποιεί το μοτίβο που ανεβαίνει σταδιακά, το οποίο παρουσιάζεται αρχικά από το πιάνο, για να εδραιώσει μια ατμόσφαιρα αναμονής. Η ιστορική σημασία αυτού του μοτίβου έγκειται στο ότι προαναγγέλλει τη χρήση παρόμοιων σχημάτων σε μεταγενέστερα, πιο ώριμα έργα του, όπως το Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο.
Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα στις 30 Ιανουαρίου του 1892, με τον ίδιο τον Rachmaninov στο πιάνο, τον David Krein στο βιολί και τον Anatoly Brandukov στο βιολοντσέλο. Ο Brandukov ήταν στενός φίλος του συνθέτη και αργότερα θα γινόταν κουμπάρος στον γάμο του. Η υποδοχή από το κοινό και τους κριτικούς ήταν ενθαρρυντική, αν και πολλοί εντόπισαν την έντονη εξάρτηση του νεαρού δημιουργού από το ύφος του Tchaikovsky.
Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο παρέμεινε αδημοσίευτο κατά τη διάρκεια της ζωής του Rachmaninov. Εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1947, γεγονός που εξηγεί γιατί δεν φέρει αριθμό έργου. Η απουσία του αριθμού opus συχνά οδηγεί σε σύγχυση με το Trio élégiaque αρ. 2, έργο 9, το οποίο γράφτηκε το 1893 αμέσως μετά τον θάνατο του Tchaikovsky και είναι σαφώς μεγαλύτερο σε έκταση.
Το Trio élégiaque αρ. 1 είναι το οριακό σημείο ανάμεσα στον ύστερο ρομαντισμό και τις απαρχές αυτού που ονομάζουμε κλασική μουσική 20ού αιώνα. Παρότι δεν εισάγει ριζοσπαστικές αρμονικές καινοτομίες, όπως θα έκαναν αργότερα ο Scriabin ή ο Stravinsky, εδραιώνει μια συγκεκριμένη ψυχογραφική προσέγγιση στη σύνθεση. Ο Rachmaninov αρνείται να ακολουθήσει τον δρόμο του απόλυτου μοντερνισμού, επιλέγοντας να παραμείνει πιστός στην μελωδική ευγένεια.
Οι απόψεις των σύγχρονων μελετητών συγκλίνουν στο ότι το έργο αυτό αποτελεί την αφετηρία της “μελαγχολικής υπογραφής” του Rachmaninov. Ο τρόπος με τον οποίο το πιάνο αλληλεπιδρά με τα έγχορδα, φανερώνει μια πρόωρη ωριμότητα. Η ιστορική έρευνα δείχνει ότι ο Rachmaninov έγραψε το Τρίο ως άσκηση ύφους, όμως το αποτέλεσμα ξεπέρασε τα όρια μιας απλής σπουδής
Μουσική δωματίου στο σύγχρονο ρεπερτόριο
Σήμερα, το πρώτο Ελεγειακό Τρίο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των κοντσέρτων μουσικής δωματίου παγκοσμίως. Η βραχύτητά του και η ένταση των εναλλαγών του το καθιστούν ιδανικό για την έναρξη προγραμμάτων που εστιάζουν στον ρωσικό ψυχισμό. Παρά την έλλειψη της πολυπλοκότητας που συναντάμε στις μεταγενέστερες συμφωνίες του, η αυθεντικότητα της πρώτης αυτής απόπειρας παραμένει αλώβητη.
Το έργο δεν διαθέτει την επική διάσταση των επόμενων συνθέσεών του, όμως περιέχει τον σπόρο της μοναχικότητας που χαρακτήρισε ολόκληρο τον βίο του Rachmaninov. Η απόφαση να μην το δημοσιεύσει ο ίδιος ίσως υποδηλώνει μια διάθεση προστασίας της νεανικής του ειλικρίνειας ή, ενδεχομένως, την πεποίθηση ότι είχε ήδη ξεπεράσει αυτό το στάδιο δημιουργίας πριν προλάβει να το τυπώσει.





















