Κλασική Μουσική

Αρχική / Κλασική Μουσική του 20ού αιώνα / Leoš Janáček: Σονάτα του Κρόιτσερ

Leoš Janáček: Σονάτα του Κρόιτσερ

Φωτογραφία του Leoš Janáček που συνθέτει την Σονάτα του Κρόιτσερ

Leoš Janáček – String Quartet No. 1 (Kreutzer Sonata)

Ο τίτλος Κλασική Μουσική 20ού αιώνα συχνά παραπέμπει σε πειραματισμούς εργαστηριακής φύσεως, όμως στην περίπτωση του Leoš Janáček, η δημιουργία αποτελούσε μια πνευματική ανάγκη αποφόρτισης. Το 1ο Κουαρτέτο Εγχόρδων, γνωστό με τον υπότιτλο «Σονάτα του Κρόιτσερ», αποτελεί το σημείο τομής τριών διαφορετικών πνευματικών κόσμων: της μουσικής του Beethoven, της λογοτεχνίας του Tolstoy και της ιδιότυπης ψυχικής ορμής ενός δημιουργού που ανακάλυψε την ιδιαίτερη δυναμική του σε προχωρημένη ηλικία.

Από τον Tolstoy στον Janáček: Η γέννηση ενός αριστουργήματος της κλασικής μουσικής

Το ημερολόγιο έδειχνε 1923 όταν ο Janáček, σε ηλικία 69 ετών, αποφάσισε να μεταφέρει στο πεντάγραμμο την ομώνυμη νουβέλα του Leo Tolstoy. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Ο συνθέτης έτρεφε μια δια βίου εμμονή με τη ρωσική κουλτούρα, όντας ιδρυτικό μέλος του «Ρωσικού Κύκλου» στο Brno. Η νουβέλα του Tolstoy, η οποία είχε απαγορευτεί αρχικά στη Ρωσία λόγω του προκλητικού της περιεχομένου σχετικά με τη συζυγική απιστία, τη ζήλια και την ηθική κατάπτωση, προσέφερε στον Janáček το ιδανικό υπόστρωμα για να αναπτύξει τη θεωρία του περί «μελωδιών του λόγου».

Ιστορικά, η σύνθεση ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα εκπληκτικά σύντομο χρονικό διάστημα, μεταξύ 13 και 28 Οκτωβρίου 1923. Παρά την ταχύτητα γραφής, το έργο φέρει το βάρος μιας μακράς προπαρασκευής. Ο Janáček είχε ήδη επεξεργαστεί παρόμοιες θεματικές σε ένα χαμένο πλέον πιάνο τρίο του 1908, το οποίο επίσης αντλούσε έμπνευση από τον Tolstoy. Η απόφαση να επιστρέψει σε αυτό το υλικό το 1923 σηματοδοτεί την επιθυμία του να αποδώσει δικαιοσύνη στην τραγική ηρωίδα του έργου, τη γυναίκα που υποφέρει κάτω από την τυραννία ενός δεσποτικού γάμου.

Η Σονάτα του Κρόιτσερ ως ιστορικό και κοινωνικό ορόσημο

Στο πλαίσιο που ορίζει η κλασική μουσική, η αναφορά στη «Σονάτα του Κρόιτσερ» δημιουργεί έναν ισχυρό διακειμενικό δεσμό. Ο Tolstoy έγραψε τη νουβέλα του επηρεασμένος από τη Σονάτα για Βιολί Αρ. 9 του Beethoven. Ο Janáček, με τη σειρά του, ενσωματώνει στο κουαρτέτο του θραύσματα που παραπέμπουν στο beethoven-ικό έργο, όχι ως φόρο τιμής, αλλά ως ένα ειρωνικό ή δραματικό σχόλιο πάνω στην κοινωνική υποκρισία της εποχής.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε από το περίφημο Κουαρτέτο Bohemian (České kvarteto) στην Πράγα, στις 17 Οκτωβρίου 1924. Η υποδοχή υπήρξε διφορούμενη, καθώς το ιδιότυπο ύφος του συνθέτη ξένιζε τους παραδοσιακούς κύκλους. Ο Janáček απέρριπτε τις συμβατικές αναπτύξεις της φόρμας σονάτας, προτιμώντας μια παράθεση απότομων μουσικών εικόνων που λειτουργούν ως ψυχογραφήματα. Η χρήση τεχνικών όπως το sul ponticello και οι απότομες μεταλλαγές δυναμικής δεν εξυπηρετούσαν έναν εγωτικό εντυπωσιασμό, αλλά την πιστή μεταφορά της έντασης που διέπει το κείμενο του Tolstoy.

Η επιρροή της τσεχικής εθνικής σχολής και ο μοντερνισμός

Παρόλο που ο Janáček συχνά ταξινομείται στους εθνικούς συνθέτες, το 1ο Κουαρτέτο Εγχόρδων τον τοποθετεί σταθερά στην εμπροσθοφυλακή του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Η ιστορική σπουδαιότητα του έργου έγκειται στην άρνηση του δημιουργού να ακολουθήσει τον γερμανικό ρομαντισμό ή τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό. Αντιθέτως, βασίστηκε στον ρυθμό της ομιλίας και στους ήχους της φύσης.

Σε επιστολή του προς την Kamila Stösslovά, την καλλιτεχνική του μούσα, ο Janáček εξομολογήθηκε πως κατά τη διάρκεια της σύνθεσης είχε στο μυαλό του μια «βασανισμένη γυναίκα, όπως αυτή που περιγράφει ο Tolstoy». Αυτή η ιστορική μαρτυρία επιβεβαιώνει πως το έργο δεν αποτελεί μια αφηρημένη μουσική κατασκευή, αλλά μια διαμαρτυρία μεταφρασμένη σε ήχο. Η δομή του έργου, χωρισμένη σε τέσσερα μέρη, ακολουθεί μια κλιμακούμενη ένταση που αντικατοπτρίζει την πορεία προς το μοιραίο τέλος της νουβέλας, χωρίς ωστόσο να αποτελεί προγραμματική μουσική με την αυστηρή έννοια του όρου.

Τεχνικές καινοτομίες και η πρόσληψη του έργου στον 20ό αιώνα

Η κλασική μουσική 20ού αιώνα οφείλει πολλά στην τόλμη του Janáček να κατακερματίζει τη μελωδία. Στο 1ο Κουαρτέτο, οι μουσικές φράσεις είναι σύντομες. Ο ιστορικός Kundera, μελετητής του έργου του Janáček, επισήμανε πως ο συνθέτης κατάφερε να απογυμνώσει τη μουσική από κάθε τι περιττό , φτάνοντας σε μια «αιχμηρή αλήθεια».

Από ιστορική άποψη, το έργο αυτό αποτέλεσε την απάντηση του Janáček στις κατηγορίες ότι η μουσική του ήταν επαρχιακή. Η διεθνής αναγνώριση που ακολούθησε τις εμφανίσεις του κουαρτέτου στην Ευρώπη και την Αμερική απέδειξε ότι το τοπικό ιδίωμα διέθετε παγκόσμια ισχύ. Οι ερμηνευτές της εποχής, όπως το Κουαρτέτο Moravian, δυσκολεύτηκαν αρχικά με τις ακραίες οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες απαιτούσαν έναν νέο τύπο δεξιοτεχνίας, βασισμένο περισσότερο στην έκφραση παρά στην ακαδημαϊκή τελειότητα.

Η επιλογή του κουαρτέτου εγχόρδων, του κατεξοχήν σχήματος για «ευγενείς» μουσικούς διαλόγους, για την απόδοση μιας ιστορίας φόνου και ζήλιας αποτελεί μια από τις πιο ευρηματικές κινήσεις του Janáček. Το σχήμα των τεσσάρων οργάνων μετατρέπεται σε ένα πεδίο ακραίου ρεαλισμού. Οι πληροφορίες που διασώζονται από τις πρόβες του συνθέτη με το Κουαρτέτο Bohemian φανερώνουν έναν δημιουργό που ζητούσε από τους μουσικούς να «γρατζουνάνε» τις χορδές τους, αναζητώντας έναν ήχο ωμό και σχεδόν ακατέργαστο, μακριά από την αστική ευπρέπεια των αιθουσών συναυλιών της Βιέννης.

Το έργο φυσικά, παραμένει στο ρεπερτόριο ως ένα συνεπές σημείο ρήξης με το παρελθόν. Ενώ άλλοι συνθέτες της εποχής αναζητούσαν διέξοδο στον δωδεκαφθογγισμό, ο Janáček παρέμεινε πιστός στην τονικότητα, αλλά την αναδιαμόρφωσε με τέτοια βιαιότητα, ώστε να ακούγεται πιο ριζοσπαστική από οποιοδήποτε ατονικό σύστημα της εποχής.

the20thcenturyclassical.gr

Ετικέτα: