Κλασική Μουσική

Αρχική / Κλασική Μουσική του 20ού αιώνα / Edward Elgar: Mουσική Δωματίου του 20ού αιώνα

Edward Elgar: Mουσική Δωματίου του 20ού αιώνα

Σύνολο μουσικής δωματίου που ερμηνεύει κλασική μουσική - Edward Elgar Mουσική Δωματίου του 20ού αιώνα

Η Δημιουργία του Adagio στο Brinkwells: Το Piano Quintet Op. 84 του Edward Elgar

Το καλοκαίρι του 1918, ο Edward Elgar εγκαταστάθηκε στο Brinkwells, μια απομονωμένη αγροικία στο Sussex. Η μετακόμιση αυτή συνέπεσε με μια στροφή στη συνθετική του δραστηριότητα, καθώς εγκατέλειψε τις μεγάλες ορχηστρικές φόρμες για να επικεντρωθεί στη μουσική δωματίου. Το Κουιντέτο για Πιάνο σε Λα ελάσσονα, Op. 84, και ειδικότερα το δεύτερο μέρος του (Adagio), αποτελεί προϊόν αυτής της περιόδου, κατά την οποία ο συνθέτης ανάρρωνε από μια ιατρική επέμβαση στο λαιμό και βρισκόταν σε κατάσταση έντονης απομόνωσης.

Η Alice Elgar κατέγραψε στο ημερολόγιό της λεπτομέρειες για το περιβάλλον στο οποίο εργαζόταν ο σύζυγός της. Στην περιοχή Flexbury Park υπήρχε μια ομάδα από ξερά, στρεβλωμένα δέντρα, τα οποία οι κάτοικοι συνέδεαν με έναν θρύλο για Ισπανούς μοναχούς που ασκούσαν τελετουργίες. Ο Edward Elgar γνώριζε αυτές τις ιστορίες και, σύμφωνα με τις σημειώσεις της συζύγου του, η οπτική αυτή επαφή επηρέασε την ατμόσφαιρα των έργων που έγραφε εκείνο το καλοκαίρι, συμπεριλαμβανομένου του Κουιντέτου.

Το Adagio γράφτηκε σε μια περίοδο που ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στην τελική του φάση. Παρά την εθνική του θέση, ο Edward Elgar δεν ενέταξε στο έργο εμβατηριακά ή σχετικά στοιχεία. Η σύνθεση ολοκληρώθηκε στο Λονδίνο, αλλά ο βασικός συνθετικός ιστός του Adagio είχε ήδη διαμορφωθεί στο Sussex, διατηρώντας την επίδραση της αγροτικής ησυχίας και των τοπικών παραδόσεων.

Η πρώτη ιδιωτική δοκιμή του έργου έγινε στο σπίτι των Elgar στο Hampstead, στις 26 Απριλίου 1919. Η επίσημη πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Wigmore Hall του Λονδίνου στις 21 Μαΐου 1919. Το σχήμα που παρουσίασε το έργο αποτελούνταν από τους:

  • Albert Sammons (Πρώτο βιολί)
  • W.H. Reed (Δεύτερο βιολί)
  • Raymond Jeremy (Βιόλα)
  • Felix Salmond (Βιολοντσέλο)
  • William Murdoch (Πιάνο)

Η υποδοχή του έργου από τον Τύπο της εποχής ήταν συγκρατημένη. Ενώ οι κριτικοί αναγνώρισαν την τεχνική αρτιότητα, ορισμένοι θεώρησαν ότι ο Edward Elgar παρέμενε προσκολλημένος σε μια αισθητική που άρχιζε να φθίνει μπροστά στα νέα ρεύματα της ευρωπαϊκής μουσικής. Ο Ernest Newman, στον οποίο αφιερώθηκε το έργο, υπήρξε ένας από τους ελάχιστους που αντιλήφθηκαν την αξία της λιτότητας στο Adagio, τονίζοντας ότι η μουσική αυτή δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, αλλά να καταγράψει μια συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση.

Η απόφαση του Edward Elgar να αφιερώσει το Κουιντέτο στον κριτικό Ernest Newman είχε ιστορικό βάρος. Ο Newman δεν ήταν απλώς ένας παρατηρητής, αλλά ένας άνθρωπος που είχε στηρίξει τον Edward Elgar σε δύσκολες στιγμές της καριέρας του. Στην αλληλογραφία τους σχετικά με το Op. 84, ο Elgar αναφέρεται στο έργο με μια αίσθηση αποστασιοποίησης, αποφεύγοντας να δώσει εξηγήσεις για το τι “σημαίνει” το Adagio.

Η επιλογή της τονικότητας της Μι μείζονας για το Adagio τοποθετεί το μέρος σε μια παράδοση έργων που αναζητούν την ηρεμία. Ιστορικά, η χρήση αυτής της τονικότητας από τον Edward Elgar συνδέεται με στιγμές εσωστρέφειας, όπως φαίνεται και σε προγενέστερα έργα του. Οι μουσικοί που συμμετείχαν στην πρεμιέρα ανέφεραν ότι ο Elgar ζητούσε μια εκτέλεση χωρίς υπερβολές, επιμένοντας στην ακρίβεια του χρόνου και στην αποφυγή του έντονου vibrato, το οποίο ήταν κοινό χαρακτηριστικό της εποχής.

Το Adagio διακρίνεται για την λιτότητα που χρησιμοποιεί. Το πιάνο ενσωματώνεται στον ήχο των εγχόρδων, μια επιλογή που ιστορικά διαφοροποιεί το έργο από τα κουιντέτα του Brahms ή του Schumann. Ο Elgar χρησιμοποίησε μια γραφή που απαιτούσε από τα έγχορδα να διατηρούν μια συνεχή, γραμμική ροή, κάτι που αποτέλεσε πρόκληση για τα σύνολα της εποχής που είχαν συνηθίσει σε πιο αναλυτικές ερμηνείες.

Η αποδοχή του Κουιντέτου άλλαξε ριζικά μετά τον θάνατο της Alice Elgar το 1920. Το έργο έπαψε να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια νέα σύνθεση και άρχισε να θεωρείται μέρος της “τελευταίας διαθήκης” του συνθέτη. Ο Elgar, μετά το 1919, παρήγαγε ελάχιστη νέα μουσική, γεγονός που προσέδωσε στο Adagio μια ιστορική μοναδικότητα.

Παρά την αρχική αμηχανία των κριτικών, το έργο καθιερώθηκε στο ρεπερτόριο της μουσικής δωματίου του 20ού αιώνα. Οι κατοπινές έρευνες στα αρχεία του Elgar Birthplace Museum επιβεβαιώνουν ότι ο συνθέτης θεωρούσε το Adagio ως την πιο αντιπροσωπευτική στιγμή της παραμονής του στο Sussex. Η έλλειψη πολύπλοκων ερμηνευτικών οδηγιών στο χειρόγραφο αποδεικνύει ότι ο Elgar εμπιστευόταν τη δομή του έργου του, και την ικανότητα να μιλήσει από μόνη της, χωρίς την ανάγκη εξωτερικών επεξηγήσεων.

Ετικέτα: