Η κλασική μουσική στην Ελλάδα

Αρχική / Κλασική Μουσική 20ός αι. / Arnold Schönberg: Φαντασία για Βιολί και Πιάνο, έργο 47

Arnold Schönberg: Φαντασία για Βιολί και Πιάνο, έργο 47

Κλασική Μουσική: Arnold Schönberg: Phantasy για Βιολί και Πιάνο, έργο 47

Arnold Schönberg: Φαντασία για Βιολί και Πιάνο, έργο 47

Ο Ύστατος Διάλογος του Μοντερνισμού

Στην ιστορία της δυτικής έντεχνης μουσικής, ελάχιστες μορφές προκάλεσαν τόσο ριζικές αναταράξεις όσο ο Arnold Schönberg. Προς το τέλος της ζωής του, εξόριστος πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες και μακριά από την ταραγμένη Ευρώπη, ο Schönberg συνέθεσε ένα από τα πιο αινιγματικά και γοητευτικά έργα του: τη Φαντασία για Βιολί και Πιάνο, έργο 47 (1949). Πρόκειται μάλλον για έναν μουσικό απολογισμό που συνδυάζει την αυστηρή δομή του δωδεκαφθογγισμού με έναν εκρηκτικό, σχεδόν λυρικό εξπρεσιονισμό.

Η Φαντασία γράφτηκε τον Μάρτιο του 1949, μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του συνθέτη. Ήταν μια παραγγελία από τον Καναδό βιολονίστα Israel Baker. Παρά το γεγονός ότι ο Schönberg βρισκόταν στην έβδομη δεκαετία της ζωής του και η υγεία του ήταν κλονισμένη, η πνευματική του διαύγεια παρέμενε εξόχως αιχμηρή.

Εκείνη την περίοδο, ο Schönberg είχε πλέον κατακτήσει την τεχνική της «σύνθεσης με δώδεκα τόνους», την οποία είχε εισαγάγει δεκαετίες νωρίτερα. Ωστόσο, στο op. 47, παρατηρούμε μια επιστροφή σε μια πιο ελεύθερη μορφή, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος «Φαντασία». Αντί να ακολουθήσει τις αυστηρές φόρμες της σονάτας ή του κοντσέρτου, επιλέγει μια συνεχή, ενιαία κίνηση που εξελίσσεται οργανικά, θυμίζοντας τις αυτοσχεδιαστικές ρίζες της εν λόγω φόρμας.

Η δομή της Φαντασίας για Βιολί και Πιάνο είναι αξιοσημείωτη για έναν πολύ συγκεκριμένο τεχνικό λόγο: ο Schönberg έγραψε πρώτα ολόκληρο το μέρος του βιολιού και στη συνέχεια προσέθεσε το πιάνο. Αυτή η ασυνήθιστη μέθοδος εργασίας προσδίδει στο βιολί έναν κυρίαρχο, σχεδόν ρητορικό ρόλο, ενώ το πιάνο λειτουργεί ως ένας περίτεχνος σχολιαστής ή ένας ηχητικός καθρέφτης.

Η Δωδεκαφθογγική Οργάνωση

Το έργο βασίζεται σε μια δωδεκαφθογγική σειρά (row), η οποία χωρίζεται σε δύο μέρη των έξι φθόγγων (hexachords). Αυτή η διαίρεση επιτρέπει στον συνθέτη να δημιουργεί εσωτερικές αρμονικές συγγένειες, δίνοντας στο έργο μια αίσθηση συνοχής, παρά την απουσία παραδοσιακής τονικότητας (δηλαδή, την έλλειψη μιας κεντρικής «σκάλας» ή κλειδιού).

Ρυθμική και Υφολογική Ποικιλία

Αν και το έργο εκτελείται χωρίς διακοπή, διακρίνονται διαφορετικές ενότητες:

  1. Grave: Μια επιβλητική εισαγωγή με έντονα ρυθμικά σχήματα.
  2. Scherzando: Τμήματα με παιγνιώδη, σχεδόν ειρωνική διάθεση.
  3. Lento: Στιγμές βαθιάς ενδοσκόπησης και λυρισμού.

Το βιολί ουσιαστικά, καλείται να επιστρατεύσει όλο το οπλοστάσιο των τεχνικών του: από τα απότομα pizzicati και τα glissandi, μέχρι τα διπλά σταματήματα και τις ακραίες δυναμικές.

Ακούγοντας τη Φαντασία για Βιολί και Πιάνο, ο ακροατής δεν εισέρχεται σε ένα γαλήνιο ακουστικό πλαίσιο, αλλά σε ένα τοπίο γεμάτο συναισθηματικές ρωγμές και ξαφνικές λάμψεις. Η μουσική γλώσσα είναι λόγια και πυκνή, απαιτώντας μια εγρήγορση των αισθήσεων.

Η πρώτη είσοδος του βιολιού είναι μια κραυγή που αναζητά απάντηση στο κενό. Είναι ένας ήχος αιχμηρός, που μοιάζει να σκαλίζει τον αέρα με χειρουργική ακρίβεια. Το πιάνο εισβάλλει με ορμή, όχι για να συνοδεύσει, αλλά για να προκαλέσει. Υπάρχει μια αίσθηση διαλεκτικής αντιπαράθεσης.

Καθώς το έργο εξελίσσεται, ο αρχικός θρυμματισμός δίνει τη θέση του σε στιγμές παράξενης ομορφιάς. Στα αργά μέρη, το βιολί ψιθυρίζει μια μελωδία που, αν και στερείται της παραδοσιακής γλυκύτητας, αντηχεί μια βαθιά, σχεδόν οδυνηρή νοσταλγία. Η ένταση δεν εκτονώνεται ποτέ πλήρως· αντίθετα, συσσωρεύεται σε μικρές ηχητικές εκρήξεις, μέχρι το τελικό κρεσέντο που αφήνει τον ακροατή μετέωρο, σε μια κατάσταση στοχαστικής έκστασης.

Η Φαντασία, op. 47 αποτελεί το κύκνειο άσμα του Schönberg για τα όργανα αυτά και θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα έργα του ρεπερτορίου, τόσο τεχνικά όσο και ερμηνευτικά. Για τον σύγχρονο ακροατή, το έργο αυτό λειτουργεί ως μια γέφυρα:

  • Συνδέει τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα (μέσω της παθιασμένης έκφρασης) με τον Δομισμό του 20ού.
  • Αποδεικνύει ότι η ατονική μουσική δεν είναι απαραίτητα ψυχρή ή μαθηματική, αλλά μπορεί να φέρει ένα τεράστιο ψυχικό βάρος.

Ο Schönberg, μέσα από την Φαντασία για Βιολί και Πιάνο, περιγράφει ενδεχομένως πως η τέχνη, σε κάθε της μορφή, δεν οφείλει πάντα να εφησυχάζει. Κάποιες φορές, οφείλει να αναταράσσει, να θέτει ερωτήματα, ίσως ακόμα και διλλήματα και, να μας προτρέπει με έναν σχεδόν αδυσώπητο τρόπο, να ακούσουμε τη σιωπή ανάμεσα στις νότες. Πρόκειται για ένα έργο, για μια σύνθεση που δεν απευθύνεται μόνο στο αυτί, αλλά στην ίδια τη δομή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ετικέτα: