Η κλασική μουσική στην Ελλάδα

Αρχική / Διανοητική Σονάτα / Tár η Ταινία: Lydia Tár η αλαζονεία και ο Μάλερ

Tár η Ταινία: Lydia Tár η αλαζονεία και ο Μάλερ

Κλασική Μουσική - Cate Blanchett - Tár

Tár: Η μουσική ως εξουσία, η εξουσία ως μουσική

H ταινία Tár του Todd Field, με την Cate Blanchett σε μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της σύγχρονης ιστορίας του κινηματογράφου, δεν είναι απλώς μια ταινία για μια διάσημη μαέστρο. Είναι μια ταινία για τη φύση της εξουσίας, για τη σχέση της τέχνης με το κύρος, για τον τρόπο που η επιτυχία αλλοιώνει τον άνθρωπο και για το πόσο εύθραυστη είναι τελικά η κορυφή, ακόμη κι όταν μοιάζει απόλυτα θωρακισμένη.

Η Lydia Tár είναι Γενική Μουσική Διευθύντρια της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με καριέρα που προκαλεί θαυμασμό σε ολόκληρο τον μουσικό κόσμο. Έχει κερδίσει κάθε μεγάλη διάκριση, ετοιμάζεται να ολοκληρώσει τον κύκλο των ηχογραφήσεων του Mahler και βρίσκεται στο σημείο όπου η καταξίωση μετατρέπεται σε ιστορία. Η ζωή της μοιάζει άψογα οργανωμένη. Το περιβάλλον της λειτουργεί με απόλυτη πειθαρχία. Οι λέξεις της έχουν βάρος, οι αποφάσεις της δεν αμφισβητούνται.

Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας γίνεται σαφές ότι η Lydia δεν είναι απλώς μια σπουδαία μουσικός. Είναι μια προσωπικότητα που έχει ταυτίσει τη μουσική με την κυριαρχία. Στον τρόπο που μιλά, στον τρόπο που διδάσκει, στον τρόπο που διευθύνει, δεν υπάρχει χώρος για αδυναμία. Η τέχνη για εκείνη δεν είναι καταφύγιο, αλλά μηχανισμός ελέγχου. Η παρτιτούρα γίνεται εργαλείο επιβολής, το πόντιουμ γίνεται θρόνος.

Η Πέμπτη Συμφωνία του Mahler λειτουργεί ως κρυφός άξονας σε όλη την αφήγηση. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη έργο του ρεπερτορίου, αλλά ένας συμβολικός καθρέφτης της ίδιας της Tár. Έργο τραγικό, σκοτεινό, αυστηρό, γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις, όπως ακριβώς και ο κόσμος που εκείνη έχει οικοδομήσει γύρω της. Η προσέγγισή της στο έργο δεν είναι απλώς ερμηνευτική. Είναι σχεδόν ιδεολογική. Ο Mahler γίνεται ο χώρος όπου συναντιούνται η φιλοδοξία, η πειθαρχία, η αυστηρότητα και η επιδίωξη της απόλυτης δύναμης.

Ο Todd Field επιλέγει μια σκηνοθεσία χαμηλόφωνη, σχεδόν ασκητική. Δεν επιδιώκει τη δραματική ένταση με συμβατικά μέσα. Αντίθετα, αφήνει τον χρόνο να δουλέψει υπόγεια. Οι σκηνές στις πρόβες, στα παρασκήνια, στις συναντήσεις με μάνατζερ, μουσικούς και ιδρύματα, χτίζουν ένα σύμπαν όπου όλοι κινούνται γύρω από έναν κεντρικό άξονα. Αυτός ο άξονας είναι η Lydia. Όσο όμως η ταινία προχωρά, αρχίζουμε να βλέπουμε ότι αυτός ο άξονας δεν είναι πλέον τόσο σταθερός.

Η Blanchett χτίζει τον ρόλο της με ακρίβεια που σπάνια συναντάμε. Η παραμικρή κίνηση των χεριών της στη διεύθυνση, η άρθρωση της φωνής της, η απόσταση που κρατά από τους ανθρώπους, ακόμη και η επιλογή της σιωπής σε κρίσιμες στιγμές, συνθέτουν έναν χαρακτήρα που δεν έχει ανάγκη να φωνάξει για να επιβληθεί. Η εξουσία της είναι δεδομένη. Και ακριβώς γι’ αυτό, όταν αρχίζει να ραγίζει, η πτώση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Το Tár δεν εξετάζει μόνο τη δημόσια εικόνα της εξουσίας. Δείχνει και τη μοναξιά της. Η Lydia βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά ουσιαστικά μόνη. Οι σχέσεις της είναι ταξινομημένες, σχεδόν ιεραρχικές. Οι δεσμοί της περνούν μέσα από τη θέση της. Δεν υπάρχουν ισορροπίες, μόνο ρόλοι. Κι όταν αυτοί οι ρόλοι αρχίζουν να καταρρέουν, δεν απομένει έδαφος για να σταθεί κανείς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος που η ταινία χειρίζεται το ζήτημα της καλλιτεχνικής αυθεντίας. Το ερώτημα δεν είναι αν η Lydia είναι σπουδαία μαέστρος. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Το ερώτημα είναι αν η καλλιτεχνική αξία μπορεί να αποκοπεί από τον τρόπο που ένας άνθρωπος στέκεται μέσα στον κόσμο. Η ταινία δεν δίνει απαντήσεις. Δεν λειτουργεί ως δικαστήριο. Δεν κατασκευάζει εύκολους ενόχους. Αντίθετα, αφήνει τον θεατή να σταθεί μπροστά σε ένα σύνθετο, συχνά άβολο τοπίο.

Εξαιρετική είναι και η παρουσίαση του ίδιου του χώρου της ορχήστρας. Οι πρόβες, οι μικροεντάσεις, οι σιωπές ανάμεσα στις νότες, η πειθαρχία που απαιτεί η συλλογική μουσική πράξη, αποδίδονται με αξιοσημείωτο ρεαλισμό. Το Tár είναι από τις ελάχιστες ταινίες που δεν χρησιμοποιούν τη συμφωνική μουσική ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Η μουσική εδώ δεν συνοδεύει απλώς την ιστορία. Είναι η ίδια η ιστορία.

Καθώς η ταινία πλησιάζει στο τέλος της, η κατάρρευση δεν έρχεται με θεαματικό τρόπο. Έρχεται αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ό,τι χτίστηκε με τάξη, κύρος και έλεγχο, αρχίζει να χάνει τη συνοχή του. Και τότε απομένει μόνο η μουσική, σε έναν χώρο εντελώς διαφορετικό από εκείνον της αρχικής δόξας. Ένα φινάλε σκληρό, ειρωνικό και βαθιά συμβολικό, που αποφεύγει συνειδητά κάθε ίχνος εξιλέωσης.

Το Tár είναι μια ταινία που συνομιλεί άμεσα με τον κόσμο της λόγιας μουσικής, όχι με επιφανειακό τρόπο, αλλά με ειλικρίνεια και τόλμη. Μιλά για τη δύναμη της τέχνης, αλλά και για το τίμημά της. Για τη γοητεία της εξουσίας, αλλά και για το πόσο εύκολα μπορεί να στραφεί εναντίον εκείνου που τη χειρίζεται. Είναι μια ταινία που δεν χαρίζεται ούτε στους ήρωές της, ούτε στο κοινό της.

Και ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο προτέρημά της. Δεν επιδιώκει να γίνει αρεστή. Επιλέγει να είναι αληθινή, αυστηρή και απαιτητική, όπως ακριβώς και ο κόσμος που απεικονίζει.

Ετικέτα: