Η 9η Συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ: Ο Μουσικός Αποχαιρετισμός
Η 9η Συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ (Gustav Mahler), γραμμένη μεταξύ 1908 και 1909, αποτελεί όχι μόνο την τελευταία ολοκληρωμένη συμφωνία του συνθέτη αλλά και ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της ύστερης Ρομαντικής περιόδου και ένα έργο ορόσημο που προαναγγέλλει τον Μοντερνισμό. Περιβάλλεται από έναν αέρα μυστηρίου και μοιρολατρίας, κυρίως λόγω της περιβόητης “Κατάρας της Ένατης Συμφωνίας” ένας θρύλος που θέλει τους μεγάλους συνθέτες να πεθαίνουν αφού ολοκληρώσουν την 9η Συμφωνία τους (όπως ο Beethoven, ο Schubert και ο Dvořák). Ο Μάλερ, όντας βαθιά προληπτικός, απέφυγε αρχικά να αριθμήσει το προηγούμενο συμφωνικό του έργο, το κύκλο τραγουδιών Das Lied von der Erde, ως την 9η Συμφωνία. Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της πραγματικής Ένατης, απεβίωσε το 1911, αφήνοντας την 10η ημιτελή, ενισχύοντας έτσι τον θρύλο.
Δομικές και Τονικές Ιδιαιτερότητες στην Σύνθεση
Η 9η Συμφωνία αποκλίνει από την παραδοσιακή συμφωνική δομή με την αντισυμβατική ακολουθία των τεσσάρων μερών της:
- Andante comodo (Ρε μείζονα)
- Im Tempo eines gemächlichen Ländlers. Etwas täppisch und sehr derb (Ντο μείζονα)
- Rondo-Burleske: Allegro assai. Sehr trotzig (Λα ελάσσονα)
- Adagio. Sehr langsam und noch zurückhaltend (Ρεb μείζονα)
Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι η συμφωνία ξεκινά και τελειώνει με αργά μέρη, ανατρέποντας τη συνήθη πρακτική της γρήγορης έναρξης και του θριαμβευτικού ή δυναμικού φινάλε.
- I. Andante comodo: Το εναρκτήριο μέρος είναι ένα γιγαντιαίο αργό μέρος σε φόρμα σονάτας, που έχει περιγραφεί ως μια «υπέρμετρη αγάπη για τη Γη». Ξεκινά με ένα διστακτικό, συγκοπτόμενο ρυθμικό μοτίβο (που ο Leonard Bernstein πρότεινε ότι μπορεί να απεικονίζει τον αρρυθμικό χτύπο της καρδιάς του Μάλερ). Χαρακτηρίζεται από μία διαρκή διαλεκτική ένταση μεταξύ της λυρικής στοχαστικότητας και των βίαιων, σχεδόν αποσυνθετικών, κορυφώσεων.
- II. Im Tempo eines gemächlichen Ländlers: Ένα χορευτικό μέρος που χρησιμοποιεί το αυστριακό ιδίωμα του Ländler (ένας αργός, αγροτικός χορός, πρόγονος του βαλς). Ωστόσο, η διάθεση δεν είναι ανέμελη. Η περιγραφή “Etwas täppisch und sehr derb” («Κάπως αδέξια και πολύ χοντροκομμένα») υποδηλώνει μια διαστρεβλωμένη, γκροτέσκα παρωδία του χορού, γεμάτη ειρωνεία.
- III. Rondo-Burleske: Αυτό το γρήγορο, έξαλλο Ρόντο-Μπουρλέσκα είναι μία από τις πιο εξαιρετικές επιδείξεις της ευρηματικής δεξιοτεχνίας του Μάλερ. Με την ένδειξη “Sehr trotzig” («Πολύ πεισματικά/προκλητικά»), το μέρος είναι ένας μανιώδης χορός, γεμάτος δυσφωνίες, παραμόρφωση και κυνισμό. Έχει ερμηνευτεί ως η έκφραση της οργής του συνθέτη για την «κοινοτοπία» και την «ρηχότητα» του κόσμου.
- IV. Adagio: Το συγκλονιστικό φινάλε. Ξεκινάει σε Ρεb μείζονα, μια τονικότητα μακριά από τη Ρε μείζονα της έναρξης, και αποτελεί ένα ύμνο-αποχαιρετισμό βαθιάς εσωτερικής γαλήνης και αποδοχής του αναπόφευκτου
Γκούσταβ Μάλερ: Διάσταση και Υπερβατικότητα
Ο Μάλερ συνέθεσε την 9η Συμφωνία σε μια περίοδο έντονων προσωπικών δυσκολιών: είχε διαγνωστεί με σοβαρή καρδιακή πάθηση, είχε χάσει την κόρη του Μαρία, και είχε παραιτηθεί από τη θέση του στη Διεύθυνση της Κρατικής Όπερας της Βιέννης. Ως εκ τούτου, το έργο συχνά ερμηνεύεται ως η μουσική του διαθήκη και εν ταυτώ η συναισθηματική αποδοχή του θανάτου και του αποχωρισμού.
- Το Θέμα του Θανάτου και της Αποδοχής του: Το έργο είναι διαποτισμένο από ένα αίσθημα τελικότητας και αποδοχής της μοίρας. Το τελευταίο μέρος, το Adagio, απομακρύνεται από τη γήινη αγωνία προς μια υπερβατική, εσωτερική γαλήνη. Οι δυναμικές μειώνονται σε σχεδόν απόλυτη σιωπή (ppp και pppp), οι φράσεις επιμηκύνονται και διαλύονται, και η τονικότητα χάνεται σταδιακά, οδηγώντας σε μια απόλυτη ακινησία, έναν μουσικό «θάνατο» ή «αποχαιρετισμό» με αξιοσημείωτη χάρη και αυτοσυγκράτηση.
- Αναφορές: Στο έργο διακρίνονται μοτίβα αναφορών σε προηγούμενα έργα του Μάλερ, όπως το τραγούδι “Oft denk’ ich, sie sind nur ausgegangen” από τα Kindertotenlieder (Τραγούδια για τα Νεκρά Παιδιά), καθώς και στο “Urlicht” από τη 2η Συμφωνία του (Συμφωνία της Ανάστασης), γεγονός που ενισχύει τον αυτοβιογραφικό και αναδρομικό χαρακτήρα του έργου.
Η 9η Συμφωνία του Μάλερ, Σημαινόμενο και Ενορχήστρωση
Η 9η Συμφωνία είναι ένα έργο γιγαντιαίων διαστάσεων (διάρκειας περίπου 75-90 λεπτά) και απαιτεί μεγάλη ορχήστρα. Ωστόσο, ο Μάλερ χρησιμοποιεί τα τεράστια μέσα του με μια πρωτοφανή λιτότητα και διαφάνεια, ιδιαίτερα στα αργά μέρη. Η ενορχήστρωση είναι εξαιρετικά λεπτομερής, δίνοντας έμφαση στα μεμονωμένα ηχοχρώματα και στις αντιθέσεις υφής (π.χ. σόλο όργανα έναντι πλήρους ορχήστρας).
Η 9η Συμφωνία δεν προσφέρει μια «λύση» ή έναν «θρίαμβο» με τον παραδοσιακό τρόπο. Αντίθετα, η τροχιά της οδηγεί προς την αυξανόμενη αποδόμηση του ήχου, την απώλεια της τονικότητας και, τελικά, στην σιωπή. Για πολλούς, αντιπροσωπεύει την τελευταία λέξη της ρομαντικής συμφωνικής παράδοσης και, ταυτόχρονα, το πρώτο βήμα προς τον εξπρεσιονισμό και την ατονικότητα του 20ού αιώνα, καθώς ο συνθέτης ωθεί την αρμονία και τη φόρμα στα όρια τους.
Όπως σχολίασε ο Arnold Schoenberg, ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του Μάλερ, ο συνθέτης στην 9η Συμφωνία «δεν μιλάει πλέον ως άτομο», αλλά σχεδόν ως ένα «κρυφό πρόσωπο που χρησιμοποίησε τον Μάλερ απλώς ως εκπρόσωπό του», προσφέροντας μια διορατική ματιά στο Υπερπέραν.





















